Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2010

Λαογραφία και παραδόσεις

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

Χωρίς καμιά αμφιβολία η πολιτιστική κληρονομιά του τόπου μας είναι ο πιο πολύτιμος θησαυρός, διότι μέσα από αυτή την κληρονομιά δίνεται η ταυτότητα, η ύπαρξη στο χρόνο, αλλά και η ιστορική συνέχεια για την κάθε γενιά, που βρίσκουν έκφραση και υπόσταση.
Τα έθιμα κάθε τόπου υφαίνουν τον τρόπο ζωής των κατοίκων του, δημιουργώντας το λαϊκό πολιτισμό. Τα ήθη και τα έθιμα μας συνδέο-νται με την διαδρομή όλων εκείνων που έζησαν σε αυτή την περιοχή, ενώ λειτουργούν ως άγραφοι νόμοι στους σταθμούς της ανθρώπινης ζωής.
Σε όλη την χρονική περίοδο, από τα παλιά ως σήμερα, οι Ρεντινιώτες προσπάθησαν να διατηρήσουν τα εθνικά χαρακτηριστικά, τη γλώσσα, τη πολιτιστική κληρονομιά και τη θρησκεία. Αυτή η προσπάθεια φαίνεται στα διάφορα ήθη και έθιμα, στα δημοτικά τραγούδια, στα τοπωνύμια και στο γλωσσικό ιδίωμα.
Τα μεγάλα ή μικρά επεισόδια της καθημερινής ζωής των προγόνων μας, τα δημιουργήματα, οι πρακτικές και οι τρόποι ζωής τους, που αποτελούν την κατασταλαγμένη πείρα του παρελθόντος και που διασώθηκαν κυρίως προφορικά από γενιά σε γενιά.
Αυτή η περασμένη και ξεπερασμένη, αν θέλετε στάση ζωής των προγόνων μας, αυτή η παράδοση, που έρχεται από το μακρινό ή κοντινό παρελθόν, μας κάνει να πρέπει να ανεβούμε στους ώμους των προγόνων μας, για να οραματιστούμε το μέλλον.
Ο τόπος μας έχει τα δικά του ήθη, έθιμα και παραδόσεις. Κάποια έχουν επιβιώσει ως τις μέρες μας, ενώ κάποια άλλα αποκτούν σάρκα και οστά μόνο μέσα από τις διηγήσεις του παππού και της γιαγιάς.
Η προφορική παράδοση αποτελεί σημαντική πηγή για την Ιστορία, καθόσον μάλιστα τα στοιχεία που με μορφή διηγήσεων επιβεβαιώνονται αργά ή γρήγορα από άλλες ιστορικές πηγές. Δεν μπορούμε λοιπόν ν’ αδιαφορήσουμε και για την παράδοση της Ρεντίνας η οποία μάλιστα καλύπτει αρκετά θέματα.
Άλλωστε όσο περνούν τα χρόνια, όλο και περισσότερο τα έθιμα και οι παραδόσεις αποτελούν κομμάτι, ενός κόσμου που φεύγει και την θέση τους παίρνουν πιο μοντέρνες συνήθειες.
Όμως ήθη, έθιμα, συνήθειες, πατροπαράδοτες παραδόσεις, δρώμενα είναι εικόνες και ήχοι που φωλιάσανε στην καρδιά μας και παραμένουν για να επιβεβαιώνουν την ύπαρξη τους.


Μύθος και παράδοση


Ότι συνέβη στο παρελθόν, πρέπει να καταγράφεται, μόνο έτσι εξασφαλίζεται ένα καλλίτερο μέλλον.
Κάποιος μύθος ή παράδοση ή ακόμη κάποια δημοτικά τραγούδια, συμβάλλουν στην καταγραφή θα έλεγα αληθινών γεγονότων, που συνθέτουν αυτή τη ίδια την ιστορία.
Και όλα αυτά που συνδέονται με τον μύθο και την κληρομούμενη παράδοση, συντηρούνται και μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, γιατί η παράδοση είναι κάτι ζωντανό και όχι πεθαμένο, όπως είπε και έγραψε ο Γιώργος Σεφέρης.
Και κατά κάποιο τρόπο το ίδιο έλεγε ο Αϊνστάιν γράφοντας, «Ανέβηκα στις πλάτες των προγόνων μου, για να δω το μέλλον μου».
Πράγματι ποιος θα καταπιανόταν με τους αρματολούς και τους κλέφτες της προεπαναστατικής περιόδου, αν δεν υπήρχε το δημοτικό τραγούδι για να συντηρήσει όχι μόνο τον μύθο, μα κι αυτή την ίδια την ιστορία.
Αυτό το απαράμιλλο συναπάντημα μύθου, παράδοσης και ιστορίας βρίσκουν την απόλυτη δικαίωση στο χώρο της Ρεντίνας

Το βούτηγμα στο νερό


Ένα διασκεδαστικό έθιμο τα παλιά τα χρόνια ήταν, το βούτηγμα στο νερό την μέρα των Φώτων. Όλοι έπρεπε να ξυπνήσουν πρωί και πάνε στην λειτουργία, γιατί όταν έβγαζε τ’ άγια ο παπάς και τύχη να ’ χουν αργοπορήσει ή να λείπουν μερικοί από τους χωριανούς, οι άλλοι τους πιάνανε στο τέλος της λειτουργίας και τους βούταγαν στο νερό της Μεγάλης βρύσης. Μόνο αν πληρώνανε ένα καλό ποσό για την εκκλησία, τους απάλλασσαν.



Τα Μπαϊράκια


Αναλλοίωτο συνεχίζει να παραμένει μέχρι σήμερα το έθιμο «Μπαϊ-ράκια» που αναβιώνει την δεύτερη μέρα του Πάσχα, οι κάτοικοι φρό-ντισαν όλα αυτά τα χρόνια να το συντηρούν, ως αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους και να το μεταφέρουν από γενιά σε γενιά.
Η συμμετοχή στα Μπαϊράκια θεωρείται τιμητική για τον καθένα και γι’ αυτό σχεδόν όλοι οι κάτοικοι του χωριού μετέχουν με το δικό τους τρόπο σ’ αυτό.
Η Ρεντίνα που αποτελεί τον ιδανικό τόπο εορτασμού της Κυριακής του Πάσχα, την δεύ-τερη μέρα του στην κεντρική πλατεία, σύμφωνα με την πα-ράδοση, πανηγυρικά αναβιώ-νει το τοπικό έθιμο «Μπαϊράκια», ένα είδος δημοπρασίας των λαβάρων, δηλαδή όποιος πλειοδοτήσει σε χρήματα έχει την τιμή να κρατήσει κάποια εικόνα (μπαϊράκι).

Το ύψωμα των δένδρων

Ένα άλλο αυθεντικό λατρευτικό έθιμο εδώ και πάνω από τρεις αιώνες είναι, το λεγόμενο ύψωμα των δέντρων, δηλαδή ο αγιασμός τους. Την Δευτέρα του Πάσχα γίνεται λιτάνευση των λαβάρων και των εικόνων, όπου περιφέρονται και διέρχονται από συγκεκριμένα και καθορισμένα σημεία, που περιβάλλουν τον κατοικημένο χώρο, τον ορίζουν και τον καθαγιάζουν.
Η τελετουργική επανάληψη δεήσεων, οι στάσεις, και η ανάγνωση ευχών σε συγκεκριμένα σημεία της διαδρομής από όπου διέρχεται η λιτανευτική πομπή, είναι σαν να τον ζώνουν προστατευτικά το χωριό και στο τέλος «υψώνουν» τα δένδρα, δηλαδή βάζουν μέσα σε κάθε κορμό τους από ένα κομμάτι αντίδωρο.


Ο παραδοσιακός γάμος


Στην Ρεντίνα και στα Άγραφα όλοι σχεδόν οι γάμοι γινόταν ύστερα από προξενιό, ο έρωτας την εποχή εκείνη, ήταν παράνομος. Έτσι τα είχανε κανονίσει οι κανόνες της ηθικής. Σπάνια ο γαμπρός πήγαινε στον πατέρα της κοπέλας να την ζητήσει.
Στελνόταν ο προξενητής από τον πατέρα του γαμπρού και αν τα συμφωνούσαν για την προίκα, όριζαν τους αρραβώνες, που γινόταν στο σπίτι της νύφης. Οι καλεσμένοι συνήθως είχαν μαζί τους δώρα για την νύφη, η οποία τους περίμενε στην πόρτα.
Αφού κάθιζαν στο τραπέζι και πίνανε λίγο κρασί πιάνανε το τρα-γούδι. Στο τραπέζι ήταν ένα πιάτο με τα δακτυλίδια δεμένα μέσα σε ένα μεταξωτό μαντήλι μαζί και τα κουφέτα, ο νουνός φορούσε τα δακτυλίδια στους μελλονύμφους κάνοντας τρεις αλλαγές, έτσι ώστε το δακτυλίδι της νύφης να μείνει στο χέρι του γαμπρού και του γαμπρού στης νύφης.
Την Τετάρτη πριν την Κυριακή του γάμου στο σπίτι της νύφης και την Παρασκευή στου γαμπρού, γινόταν τα προζύμια και την άλλη μέρα ζυμώνανε την κουλούρα, την δε επομένη των προζυμιών γινόταν τα καλέσματα στον γάμο, από τρία παιδιά με την «κόφα» στολισμένη με λουλούδια και γεμάτη κρασί.
Την Παρασκευή οι συμπέθεροι του γαμπρού πήγαιναν στο πατρικό σπίτι της νύφης, για να παραλάβουν τα σεντούκια με τα προικιά, κουβέρτες, χράμια, τραγότσολα, κουρελούδες, φλοκάτες, μαξιλάρια, τορβάδες, δισάκια, στρωσίδια και άλλα πολλά.
Ενώ την Κυριακή η γαμήλια τελετή έφτανε στην κορύφωση στο σπίτι της νύφης. Όλες οι κοπέλες του χωριού αναλάμβαναν το στόλισμα της, ενώ στου γαμπρού γινόταν το ξύρισμά του.
Ο γαμπρός κατά την διάρκεια του ξυρίσματος κρατούσε στα χέρια του πιάτο, στο οποίο οι φίλοι και οι συγγενείς ρίχνανε διάφορα νομί-σματα για φιλοδώρημα, ο κουρέας δε προφασιζόμενος ότι δεν έκοβε το ξυράφι, υποχρέωνε τους συγγενείς να ρίχνουν χρήματα να το ακονίσει.
Την προκαθορισμένη ώρα ξεκίναγε το συμπεθεριό με τα όργανα από το σπίτι του γαμπρού για να πάρει την νύφη, που παρέμενε στο δωμάτιο της. Ο πεθερός παράδιδε την κόρη του μόνο αν ο γαμπρός έσκυβε και του φιλούσε το χέρι και έπαιρνε το συμβολικό δώρο του.
Ο γαμπρός δώριζε στην νύφη τα παπούτσια, που αναλάμβανε να της τα φορέσει ο αδελφός του γαμπρού ή ο νουνός στρώνοντας τα με χαρτονομίσματα για να χωρέσουν.
Στην συνέχεια το συμπεθεριό συνόδευε τους μελλονύμφους στην εκκλησία. Μετά την τέλεση του μυστηρίου, επέστρεφαν στο σπίτι του γαμπρού και όταν φθάνανε έξω από την πόρτα της πεθεράς λέγανε «που ’σαι μάνα του γαμπρού και πεθερά της νύφης, έβγα να δεις τον αργυρό σου γιο με την χρυσή τη νύφη». Στην είσοδο δε τους περίμεναν ο πατέρας και μάνα του γαμπρού, κρατώντας μια κούπα με μέλι και καρύδια, τα οποία προσέφεραν στο ζευγάρι με την ευχή να είναι γλυκιά χωρίς πίκρες η ζωή τους.
Η νύφη, αφού ευχαριστούσε την πεθερά της, έπαιρνε ένα μήλο στολισμένο με λουλούδια και αρκετά χρήματα τα πετούσε προς το μέρος των καλεσμένων, όποια δε κοπέλα έπιανε το μήλο το θεωρούσε γούρι για μια καλή τύχη.
Ακολουθούσε η προσφορά από τους συγγενείς στη νύφη ποτηριού γεμάτου με κρασί, το οποίο έχυνε σε τέσσερα σημεία σταυρωτά. Η πεθερά τις έδινε μετά την κουλούρα, που η νύφη την έσπαγε στο κεφάλι της και μοίραζε τα κομμάτια στους καλεσμένους.
Έπειτα την πλησίαζε ο πεθερός της και της έταζε κάποιο κτήμα, περιβόλι ή αμπέλι και η νύφη τον προσκυνούσε τρεις φορές, πατώντας δε σε ένα σιδερένιο αντικείμενο και με το δεξί της πόδι έμπαινε στο σπίτι και ο πεθερός της έλεγε φωναχτά «νύφη μου εδώ που σε ’φεραν, εδώ να καμαρώσεις, σαν κυπαρίσσι να στηθείς σαν δέντρο να ριζώσεις, να κάμεις γιους μαλάματα και ασημένιες κόρες».
Κατόπιν άρχιζε το γαμήλιο γλέντι, που οι προετοιμασίες στο σπίτι του γαμπρού άρχιζαν από τα ξημερώματα. Το κλαρίνο και τα όργανα έπαιζαν ασταμάτητα, πρώτη τον χορό έσερνε η νύφη ακολουθούσε ο γαμπρός, ο κουμπάρος και οι συμπέθεροι.
Μετά το γαμήλιο γλέντι και την ολονύκτια διασκέδαση, το πρωί της Δευτέρας οι συμπέθεροι έπαιρναν τη νύφη, που κρατούσε κανάτα, πετσέτα και σαπούνι και την οδηγούσαν στη βρύση του χωριού, για να πάρει νερό, τραγουδώντας το γαμήλιο τραγούδι «τώρα τα πουλιά, τώρα τα χελιδόνια, τώρα η πέρδικα …».
Η νύφη άλειφε πρώτα τη βρύση σταυρωτά με βούτυρο και στην συνέχεια γέμιζε την κανάτα με νερό που το έριχνε σε καθένα από τους συμπεθέρους και νίβονταν, στο τέλος ξαναγέμιζε την κανάτα με νερό και το μετέφερε στο σπίτι.

Το ξεφλούδισμα του καλαμποκιού

Οι καθημερινές ασχολίες των κατοίκων ήταν συμβατές, με το βαρύ ανθρώπινο μόχθο και τον ιδρώτα. Η απεραντοσύνη του τοπίου, η ποικιλομορφία του εδάφους, οι πτυχώσεις και οι βαθιές χαραδρώσεις της γης, τα γρανιτένια βράχια, το έλατο, η δρυς, η οξιά , το βλάστημα των δένδρων και το ανθοβόλημα των λουλουδιών, η μυρωδιά του κέδρου, του ξηραμένου χορταριού, του νοτισμένου χώματος και ο μάγος ήλιος λες και ξεσηκώνουν την λευτεριά και όταν ακόμη το κορμί δερνόταν και μάτωνε, στο αμπέλι, στο χωράφι, στη βοσκή, για να έρθει το καρβέλι της φαμελιάς πάνω στον ταπεινό σοφρά.
Το ξεφλούδισμα γινόταν το βράδυ και τούτο γιατί την μέρα ο καθένας είχε την δική του δουλειά να κάνει. Στη μέση του σπιτιού θα ’ταν ο σωρός του καλαμποκιού και γύρω στο χώρο κυκλικά, τ’ αγόρια, τα κορίτσια, οι άντρες, οι γυναίκες και οι γέροι, θ’ άρχιζαν το ξεφλούδισμα, εκεί τότε θ’ άρχιζαν τα κουτσομπολιά , τα τραγούδια, τα αινίγματα και κυρίως το παιχνίδι της κολοκυθιάς.
Το ξεφλούδισμα του καλαμποκιού (ζομπόκι), ήταν αλληλο-βοήθεια, ήταν κοινωνική εκδήλωση, ήταν νυφοδιάλεγμα. Πόσοι και πόσοι κρυφοί πόθοι και ακόμη κρυφότερες επιθυμίες, δεν γεννήθηκαν με μια ματιά γεμάτη νόημα, με ένα ερωτικό τραγούδι ή με ένα πιάσιμο του χεριού, στον χορό που σχεδόν πάντα ακολουθούσε.

Τα νυχτέρια

Τα χειμωνιάτικα βράδια ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες κυλούσαν παλιά ευχάριστα για τους κατοίκους. Οι γείτονες τότε συγκεντρωνόταν, πότε στου ενός το σπίτι και πότε του άλλου και νυχτέρευαν.
Στις μακρινές νύχτες του χειμώνα μπροστά στη φωτιά του τζακιού, οι γυναίκες άρχιζαν τις καθαρά γυναικείες δουλειές, όπως το γνέσιμο και το πλέξιμο, δουλειές που δεν τις επέτρεπαν οι ασχολίες να κάνουν άλλη ώρα της ημέρας.
Στη θέση του τραγουδιού, του αστείου και του χορού το αντικαθιστούσαν η διήγηση κάποιου παραμυθιού, κάποιας παλιάς ιστορίας του χωριού, κάποιος μύθος.
Τα νυχτέρια ήταν συνάθροιση της ζεστής επικοινωνίας στα χρόνια εκείνα, κάτι σαν τα σημερινά πάρτι.

Οι μεγάλες γιορτές άλλοτε και τώρα

Ο ορεινός χαρακτήρας του χωριού και η δύσκολη πρόσβαση σε αυτό, υπήρξαν καθοριστικοί παράγοντες στην διαμόρφωση του χα-ρακτήρα των κατοίκων. Μέσα σε ένα φυσικό περιβάλλον και σε κάθε βήμα τους αποκομμένοι, βρίσκανε διέξοδο στις γιορτές και τα πανηγύρια, εκτονώνοντας έτσι την ανάγκη τους για επαφή και δια-σκέδαση.
Πέρα από τις τοπικές γιορτές του χωριού, οι κάτοικοι συναντούν ευκαιρίες για γλέντι και χορό, στα πανηγύρια, στους αρραβώνες και στους γάμους. Η ζωντάνια του χαρακτήρα τους, ψάχνει καθημερινά ευκαιρίες απόδρασης από τον καθημερινό κάματο.
Ακατάλυτη συνήθεια αιώνων τα πανηγύρια, προς τιμή θεών ή αγίων δεν έχασαν ποτέ την αίγλη τους. Από τα Διονύσια και τα Παναθήναια, ως τις γιορτές προς τιμή του Χριστού, της Θεοτόκου, ή άλλων Αγίων, όπως κατάφερε τελικά να επιβάλει στην θέση τους η εκκλησία.
Τα Χριστούγεννα

Με το «διάταγμα των Μεδιολάνων» το 312 μ.Χ. και ύστερα αρχίζει η διάδοση της Χριστιανικής θρησκείας. Η γιορτή της γέννησης του Χριστού καθιερώθηκε να γιορτάζεται στις 25 Δεκεμβρίου τον 5ο αιώνα, από δε τον 13ο αιώνα και μετά απέκτησαν μεγάλη σημασία και διαδόθηκαν τα κάλαντα.
Τα Χριστούγεννα μέρες γιορτινές, μέρες χαράς, για όλους τους ανθρώπους, μέρες που όλοι περιμένουν με συγκίνηση και χαρά, μα πιο πολύ τα παιδιά. Ένα μήνυμα που τα παιδιά πρέπει να στείλουν σε όλα τα σπίτια του χωριού.
Παραμονή Χριστουγέννων στα σοκάκια του χωριού ξεπροβάλουν οι πρώτες παρέες παιδιών, αψηφώντας το κρύο ή την βροχή χτυπούν τις πόρτες των σπιτιών του δικού τους μαχαλά πρώτα και αργότερα όλου του χωριού.
Φέρνουν το μήνυμα της γέννησης του Θεανθρώπου και τρα-γουδούν, από σπίτι σε σπίτι με χαρούμενη φωνή τα κάλαντα Οι νοικοκυρές των σπιτιών ανοίγουν τις πόρτες και ακούν το χαρμόσυνο μήνυμα, υποδέχονται τα παιδιά προσφέροντας τα γλυκίσματα, τα κουλούρια και δίνουν σε όλα χρήματα.
Από τα Σατουρνάλια, Ρωμαϊκή γιορτή, επιβίωσε το έθιμο της σφαγής των χοίρων, τα λεγόμενα χοιροσφάγια ή «γουρνοχαρά». Την παραμονή σε όλο το χωριό αντηχεί η κραυγή των χοίρων, που σφάζονται και ολόκληρη η οικογένεια βοηθάει την νοικοκυρά να ετοιμάσει τα θαυμάσια μπουμπάρια, τα εξαιρετικά λουκάνικα και τις περίφημες τσιγαρίθρες (απομεινάρια λιωμένου λίπους).

Η Πρωτοχρονιά

Η πρώτη μεγάλη γιορτή του χρόνου. Οι μανάδες εκτός από τις άλλες φροντίδες την παραμονή ετοιμάζουν την βασιλόπιτα.
Η βασιλόπιτα είναι ένα παλιό έθιμο που κληρονομήθηκε από τους προγόνους μας. Με το σχόλασμα της εκκλησίας όλη η οικογένεια γυρίζει στο σπίτι και ο νοικοκύρης κόβει την πίτα, το πρώτο κομμάτι του Χριστού, ύστερα της Παναγίας, του Αγίου Βασιλείου, του σπιτιού και κατόπιν των μελών της οικογένειας.
Μέσα στην βασιλόπιτα η νοικοκυρά βάζει ένα νόμισμα, ένα κομμάτι πουρνάρι, που συμβολίζει την καλή υγεία των ζωντανών (κτηνοτροφία) και ένα κομμάτι άχυρο, που συμβολίζει την καρπο-φορία της γης (γεωργία).
Την παραμονή της πρωτοχρονιάς οι παιδικές συντροφιές βγαίνουν στους δρόμους τραγουδώντας τα Αγιοβασιλιάτικα κάλαντα.

Τα Θεοφάνια

Τα Φώτα όπως αλλιώς λέγονται, είναι μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης. .Μετά την θεία λειτουργία ακολουθεί, ο αγιασμός των υδάτων στην Μεγάλη βρύση και στην συνέχεια ο παπάς γυρνά τα σπίτια του χωριού για τον αγιασμό.
Στην παράδοση αναφέρονται και οι Καλικάντζαροι, ανθρωπόμορφα τέρατα, που εμφανίζονται το δωδεκαήμερο μεταξύ Χριστουγέννων και Φώτων, εξαφανίζονται με τον Αγιασμό των υδάτων.
Εμφανίζονται στους ανθρώπους, μόλις σκοτεινιάζει και εξαφα-νίζονται πριν λαλήσει ο πετεινός. Στο διάστημα αυτό βασανίζουν με οποιοδήποτε τρόπο όσους κυκλοφορούν στους δρόμους και ο μόνος τρόπος να ξεφύγει κανείς, είναι να τους ξεγελάσει και να τους απα-σχολήσει πετώντας τους διάφορα αντικείμενα ή φαγώσιμα.

Οι Απόκριες

Μια ξεχωριστή θέση στο πάνθεον των εκδηλώσεων των κατοίκων του χωριού κατέχουν οι εκδηλώσεις των Αποκριών. Η λαϊκή ζωή έδωσε στις Απόκριες ένα περιεχόμενο χαράς και γιορτής, ανασυν-δέοντας έτσι την παράδοση με αρχαιότατα παγανιστικά ήθη και έθιμα. Το έθιμο της αποκριάς έχει προχριστιανική προέλευση, αντιστοιχεί με τις Διονυσιακές γιορτές των Αρχαίων Ελλήνων και με τα Λουπερκάλια των Ρωμαίων.
Ο γιορτασμός ξεκινά δέκα μέρες νωρίτερα με την Τσικνοπέμπτη, Η παράδοση λέει ότι εκείνη την βραδιά, οι γυναίκες του χωριού ντυνόταν καρναβάλια και άφηναν τα φαγητά στην φωτιά, με αποτέλεσμα αυτά να καίγονται και να γεμίζει όλο το χωριό με μυρωδιά «τσίκνας».
Στις αλλαγές των εποχών από τα πανάρχαια χρόνια, οι άνθρωποι επικαλούνται ανώτερες δυνάμεις για να εξασφαλίσουν, υγεία, ευημε-ρία και γονιμότητα για αυτούς και τα ζώα τους. Τα αποκριάτικα έθιμα του τόπου πηγάζουν, από αυτή την ανθρώπινη ανάγκη για την εξασφάλιση.
Επί πλέον αποτελούν ένα μέσο ελεύθερης έκφρασης, αφού σύμ-φωνα με το νόμο του καρναβαλιού, η σοβαρότητα, η τάξη και οι καθορισμένοι κοινωνικοί ρόλοι αμφισβητούνται και ανατρέπονται.
.Άνδρες μεταμφιέζονται σε γυναίκες, ηλικιωμένες γυναίκες σε λεχώνες, νέοι σε ηλικιωμένους και άνθρωποι σε ζώα. Τα γέλια, οι χοροί, τα αθυρόστομα τραγούδια που λέγονται «ξεδιάντροπα» και τα ολονύκτια γλέντια κυριαρχούν μέχρι το τέλος της Αποκριάς.
Τα μασκαρέματα αρχίζουν από την πρώτη εβδομάδα και κορυφώ-νονται την Κυριακή της Τυρινής και την Καθαρά Δευτέρα. Η μεταμφίεση στηριζόταν στην φαντασία του καθενός και φυσικά στα φανταχτερά υφάσματα του μπαούλου του κάθε σπιτιού.
Οι παρέες των μασκαρεμένων ξεχυνόταν στους δρόμους και τα πρόσωπα του θιάσου όπως, ο γιατρός, ο παπάς, ο αστυνόμος, ο γαμ-πρός, η νύφη, ο γέρος, η γριά και καμιά φορά ο αράπης και η αρκούδα, εμφανιζόταν στις πλατείες και τα σοκάκια του χωριού, σατι-ρίζοντας και αυτοσχεδιάζοντας.
Λέγεται ότι ο αείμνηστος και αλησμόνητος πατέρας μου, έκανε με
επιτυχία τον γιατρό και το παρατσούκλι αυτό του κόλλησε για πάντα, αφού και για μένα ακόμη λένε το παραγκώμι «ο γιος του γιατρού».

Η Πασχαλιά

Το θρησκευτικό γεγονός της Ανάστασης συναντήθηκε με την αναγέννηση της ανοιξιάτικης φύσης και δημιούργησαν «Μέρα Λαμπρή» το Ελληνικό Πάσχα. Είναι η σημαντικότερη γιορτή της Ορθοδοξίας, γιατί γιορτάζεται η Ανάσταση του Χριστού και η νίκη του πάνω στον θάνατο.
Την Μεγάλη Πέμπτη όλες οι νοικοκυρές, αφού έχουν ήδη τελειώσει το καθάρισμα του σπιτιού, φτιάχνουν τα τσουρέκια και βάφουν τα κόκκινα αυγά και τα κορίτσια του χωριού το βράδυ μετά την σταύρωση ξενυχτούν στολίζοντας τον επιτάφιο, με άφθονα λουλούδια και «δακράκια της Παναγίας», που μάζεψαν πάνω στο βουνό.
Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής, σε όλες τις εκκλησίες γίνεται η ταφή του Χριστού, οι καμπάνες δεν έχουν πάψει να χτυπούν λυπητερά και μόλις σουρουπώσει το βράδυ της ίδιας μέρας, γίνεται η περιφορά του Επιταφίου ψάλλοντας το «η ζωή εν τάφω και το αι γενεαί πάσαι...».
Στην ακολουθία περιφοράς του Επιταφίου μπροστά ο Σταυρός -άδειος πια-, το κουβούκλιο με τον επιτάφιο, ο παπάς, οι ψάλτες και πάρα πίσω το πλήθος με αναμμένες λαμπάδες να στραφταλίζουν σαν αστράκια μες την νύχτα, ένας πύρινος χείμαρρος που αργοκινείται στους δρόμους του χωριού.
Πολύ πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, σχεδόν όλοι σφάζουν τον «Λαμπριώτη» το καλοθρεμμένο αρνί, που έχει την κυρίαρχη θέση στο πασχαλινό τραπέζι και μαγειρεύουν την μαγειρίτσα από φρέσκα κρεμμυδάκια και τα εντόσθια του αρνιού.
Τα μεσάνυχτα ακριβώς ο παπάς βγαίνει από το ιερό κρατώντας τη λαμπάδα αναμμένη με το άγιο φως ψέλνοντας «το δεύτε λάβετε φως», όλοι τρέχουν ποιος θα πρωτοανάψει την δική του λαμπάδα με το νέο Άγιο φως.
Ο παπάς και οι ψαλτάδες βγαίνουν στο προαύλιο της εκκλησιάς γίνεται η Ανάσταση του Χριστού, στην οποία συμμετέχουν όλοι οι χωρικοί ψέλνοντας το Χριστός Ανέστη, και τότε γίνεται χαλασμός κόσμου. Βαρελότα και χαλκούνια, τρακατρούκες, πυροτεχνήματα, και βεγγαλικά αστράφτουν και βροντάνε, κάτω από τις ασταμάτητες κωδωνοκρουσίες των παιδιών που συν αγωνίζονται, πιο θα χτυπήσει δυνατότερα και γρηγορότερα την καμπάνα. Χτυπούν οι καμπάνες γιορτάζοντας μέσα σε μια μεθυστική ατμόσφαιρα την Ανάσταση του Κυρίου.
Οι πιστοί μέσα και έξω από την εκκλησιά, δίνουν μεταξύ τους το φιλί της αγάπης και τσουγκρίζουν και από ένα κόκκινο αυγό μύτη με μύτη και όποιος σπάσει του άλλου, το έχει σε καλό.
Όταν τελειώσει η φασαρία μερικοί παραμένουν μέχρι να τελειώσει η λειτουργία, πολλοί φεύγουν. Φτάνοντας στο σπίτι με τον καπνό της λαμπάδας, σχηματίζουν ένα μαύρο σταυρό στο ανώφλι της εξώπορτας και οι νοικοκυρές ανάβουν με το νέο φως το καντήλι.
Ύστερα οι νοικοκυρές ετοιμάζουν το τραπέζι ενώ οι υπόλοιποι τσουγκρίζουν και τρώνε κόκκινα αυγά. Στο τραπέζι σερβίρετε η μαγειρίτσα, τυρόπιτες, γαλατόπιτες και άλλα φαγητά.
Ανήμερα του Πάσχα πρωί πρωί ο νοικοκύρης θα ετοιμάσει την φωτιά και τις σούβλες για το αρνί και το κοκορέτσι. Στην αυλή του σπιτιού θα γίνει μεγάλο γλέντι με το γύρισμα της σούβλας. Τα παιδιά όπως κάθε χρόνο, συναγωνίζονται στο γύρισμα και ο τόπος μοσχοβολάει
τσίκνα, που ανεβαίνει στον ουρανό και ευφραίνει τις καρδιές.

Το παλιό πανηγύρι της Παναγιάς

Άλλος καιρός άλλες συνήθειες. Παλιά το πανηγύρι γινόταν στο Μοναστήρι, που είναι το πιο ιστορικό της περιοχής και το χρησι-μοποιούσαν σαν καταφύγιο κλέφτες και αρματολοί την περίοδο της επανάστασης κατά την Τουρκοκρατία.
Ανήμερα της μεγάλης γιορτής της Παναγιάς, πρωί-πρωί με το γλυκοχάραμα πριν σκάσει ο ήλιος, έπαιρναν το δρόμο και τα μονοπάτια, που οδηγούσαν στο Μοναστήρι, για να προσκυνήσουν την εικόνα της Μεγαλόχαρης.
Ξεκινούσε ολόκληρο το χωριό, γέροι, νέοι και μικρά παιδιά, κατηφόριζαν άλλοι καβάλα στα γαϊδουρομούλαρα και άλλοι πεζοί προς το ποτάμι, από τα δαντελωτά μονοπάτια, που έμοιαζαν με ένα ατέλειωτο φίδι, που σέρνεται πολύχρωμο και πολύβουο και τράβαγαν στα ριζά του βουνού για το Μοναστήρι, με τους τροβάδες γεμάτους τρόφιμα και δαμιτζάνες κρασί για το πανηγύρι, διανύοντας μια απόσταση επτά χλμ.
Η κάθε οικογένεια είχε το δικό της λημέρι, έστρωναν μαντανίες και χράμια για να κάθονται κάτω από τα δένδρα και ο εορτασμός γινόταν μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα. Μετά την λειτουργία ακολουθούσε φαγοπότι, πειράγματα και οι οργανοπαίχτες πήγαιναν από παρέα σε παρέα και παίζανε τραγούδια της τάβλας, που ζητούσε η κάθε παρέα.
Όλοι ντυμένοι με τα καλά τους, τρωγόπιναν, λιανοτραγουδούσαν και χόρευαν κάτω από τους ήχους της ντόπιας κομπανίας με το χαρακτηριστικό κλαρίνο. Το κρασί έρεε άφθονο και πάγκοι με παραδοσιακές πίτες και γλυκίσματα στηνόταν στην καταπράσινη πλαγιά, ενώ η μυρωδιά του ψημένου κρέατος, πλανιόταν στον αέρα. Έχουν να το λένε, μοσχοβολούσε ο τόπος απ’ τα σουβλισμένα κριάρια και σειόταν από τα όργανα, τα λαλούμενα και τους πήδους.
Το απόγευμα μετά το μεθύσι γινόταν χορός στην λάκα στο αλώνι , όπου φούντωνε ο χορός και η χαρά και κόντευαν να σπάσουν τα όργανα, άλλο που δεν ήθελαν κι οι γύφτοι, να βγάλουν τον κόπο τους με τα λεφτά που τους κολλούσαν στο κούτελο όσοι έρχονταν στα κέφια,
Όταν δε ο ήλιος έφτανε στην κορυφή των βουνών και άρχιζε να χασμουριέται επιδεικτικά, ξεκινούσαν όλοι για το χωριό συνεχίζοντας το γλέντι στην πλατεία του χωριού, μέχρι τις πρωινές ώρες με άφθονη μουσική, χορό και φαγοπότι.
Τότε εκείνο τον καιρό οι Ρεντινιωτοπούλες λαμπροφορεμένες με τα πλουμιστά γιορντάνια και με τα ξόμπλια τους χόρευαν αρχοντικά και μεγαλόπρεπα, «είχαν χαρά με την ελαφράδα τους, χωρίς φτερά πετούσαν, στο χώμα δεν πατούσαν, στη γη δεν ακουμπούσαν», κι οι γέροντες αναθυμιόταν με καημό τα νιάτα τους και λέγανε: Αχ, να ’σαν τα νιάτα δυο φορές, τα γερατειά καμία.
Οι δε χορευτές με τα γιορτινά τους ρούχα έκοβαν με την πυρωμένη ανάσα τους, τα φύλλα των πλατανιών της πλατείας, καθώς κάτω από τον λυγμό του κλαρίνου και τον θρήνο του βιολιού και με το περίτεχνο και εκρηκτικό χορό τους, πάσχιζαν να γδάρουν το κορμί τους και να αφήσουν καταγής τα κόκαλα τους, πηδώντας δε εξαγνισμένοι να φθάσουν στους ουρανούς.
Τα κορμιά ξελευτερωμένα από τον καθημερινό μόχτο, πηδάγανε σαν φλόγες κατά τον ουρανό και τα φιλούσε το αεράκι και τα χάιδευε το φεγγάρι, κι εκειδά τα ’βρισκε το σήκωμα του ήλιου.
Τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές έρχονται στο νου μου, θύμησες του αειμνήστου και καλόκαρδου πατέρα μου, που κάτω από τους ήχους του αγαπημένου του τραγουδιού «στου παπαλάμπρου την αυλή…», χόρευε με ξέσπασμα ψυχής τον λεβέντικο τσάμικο χορό του.
Κι’ αυτό γιατί του αποθαμένου γονιού, μόνο τα καλά θυμάται το παιδί. Ο μακαρίτης ο πατέρας μου ήτανε ανοιχτόκαρδος, έδειχνε κατά-νόηση και περνούσε πάνω από τα πράγματα. Μπλεξίματα δεν είχε ποτέ, πάντα κρατιότανε πεισματικά έξω από τις όποιες φαγωμάρες και τις όποιες φατρίες του χωριού.
Οι Ελληνικοί χοροί και ο λεβέντικος τσάμικος
Πολύ φημισμένος χορός είναι το Τσάμικο. Ο πηδηχτός χορός τσά-μικος ή κλέφτικος, είναι ανδρικός χορός μεγαλοπρεπής ως προς τις κινήσεις του, ιδίως του κορυφαίου, όπου κλαρίνο και πρωτοχορευτής γίνονται ένα σώμα.
Όταν η καρδιά οδηγεί τα βήματα στο ρυθμό του η ανάσα γίνεται μεθυστικό παραλήρημα, το σώμα δεν λύνεται, όπως το καλάμι λυγίζει αλλά δεν σπάει. Ο αργός αυτός χορός του μεγάλου πολεμιστή, απαιτεί ευλυγισία, δύναμη στα χέρια και στα πόδια, αλλά και απόλυτο έλεγχο του χρόνου.
Κατ’ εξοχήν τοπικός χορός της περιοχής των Αγράφων είναι ο Κλειστός ή Μαζωχτικός, ιδιαίτερα αγαπητός χορός, αρχίζει με αργό βηματισμό και στην συνέχεια από τη μέση του τραγουδιού γίνεται πιο γρήγορος.
Άλλοι χοροί που συναντώνται είναι ο Άπιαστος χορός στα τρία με αργή κίνηση, ο πολύ γνωστός ο Συρτός, που καθοδηγείται από ένα χορευτή, που επιδέξια και ζωηρά οδηγεί την ομάδα των υπολοίπων χορευτών, ο Συρτός Κουνιστός χορός σε πιο αργό χρόνο από τον συρτό και με λίγο διαφορετικές κινήσεις και ο Διπλός χορός που είναι συνδυασμός Τσάμικου στην αρχή και Συρτού ή Καλαματιανού στην συνέχεια.


Το δημοτικό μας τραγούδι


Το δημοτικό μας τραγούδι είναι γνωστό και ως δημοτική ποίηση. Με το δημοτικό τραγούδι του ο απλός και ανώνυμος δημιουργός τραγούδησε ότι συγκίνησε και δόνησε την ψυχή του. Στα δημοτικά μας τραγούδια ξεχειλίζει η ψυχική ευαισθησία του λαού μας και ο συναισθηματικός του πλούτος.
Το δημοτικό τραγούδι έχει αγκαλιάσει όλους τους τόπους του Ελλαδικού χώρου, εξυμνώντας είτε τα ηρωικά κατορθώματα των Ελλήνων, που πολεμούσαν τον κατακτητή, είτε την απλή ζωή των κατοίκων, τα κοινά πάθη, την φτώχεια, τους ξενιτεμένους, τον έρωτα, τα πανηγύρια, τους γάμους, τον θάνατο, την σκλαβιά, αλλά και υμνεί τις υπέροχες φυσικές ομορφιές, σε μια φιλοσοφημένη αρμονία με τα μυθικά στοιχεία.
Μέσα στα δημοτικά τραγούδια θαυμάζει κανείς την δύναμη και την ομορφιά του στίχου, πότε με τον άφθαστο λυρισμό και πότε με την απλότητα της πραγματικότητας.
Το δημοτικό μας τραγούδι είναι καθρέπτισμα της ψυχής του λαού μας. Είναι η ευαισθησία του απλού ανθρώπου, που εκφράζεται με λό-για και μουσική, που βγαίνουν μέσα από την καρδιά.
Ένα τέτοιο θαυμάσιο τραγούδι είναι και ο Θεσσαλικός ύμνος η «Καραγκούνα», που αποτελεί συνάμα και δημοφιλή χορό, ιδίως των καμπίσιων.
Με λίγα λόγια τα δημοτικά μας τραγούδια αποτελούν μια εθνική κληρονομιά πλούσια και αυτοτελή, μια παρακαταθήκη μεγαλείου με γνήσιες Ελληνικές αρετές, γιατί έζησαν και άντεξαν μέσα σε μια μακροχρόνια σκλαβιά, μέσα από ένα δύσκολο καθημερινό βίο.
Το δημοτικό μας τραγούδι λοιπόν είναι βγαλμένο μέσα από τα σπλάχνα του λαού μας, γεμάτο σοφία, λυρισμό, πόνο, αγάπη και έρωτα.

Η λαϊκή σοφία-παροιμίες

Τα παραμύθια μας όπως και τα δημοτικά μας τραγούδια, έτσι και οι παροιμίες είναι ένα μέρος της ομιλούμενης καθημερινής γλώσσας, που τις κληρονομήσαμε με τον προφορικό λόγο από γενιά σε γενιά και αποτελούν ένα μεγάλο θησαυρό του τόπου μας.
Οι παροιμίες ένα έμμετρος ή πεζός λόγος, που διατυπώνει παρα-στατικά και συχνότατα αλληγορικά μια σοφή γνώμη, μια συμβουλή και αποτελούν καταστάλαγμα λαϊκής σοφίας μέσα στο χρόνο.
Κατωτέρω παραθέτουμε δείγμα παροιμιών:
Άκουσε γέρου συμβουλή και παθημένου γνώση
Βαράει το σαμάρι για να ακούσει ο γάιδαρος
Γιος ο γαμπρός δεν γίνεται, και η νύφη θυγατέρα
Ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη
Η γυναίκα και ο καφές θέλουν ψήσιμο
Κάθε πράγμα στον καιρό του και ο κολιός τον Αύγουστο
Κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει
Λαγός την φτέρη κούναγε, κακό του κεφαλιού του
Να άκουγε ο Θεός τον κόρακα, όλοι οι γάιδαροι θα ψοφούσαν
Όλα τα πουλιά πάνε και έρχονται και ο σπουργίτης μένει
Στους στραβούς κυβερνάει ο μονόφθαλμος
Σε σένα τα λέω πεθερά, για να τα ακούσει η νύφη
Τόνα χέρι νίβει τ’ άλλο και τα δυο το πρόσωπο
Τ’ αμπέλι θέλει αμπελουργό, το σπίτι νοικοκύρη
Πάρε γυναίκα από νταμάρι και σκύλα από κοπάδι
Ψωμί δεν έχουμε, τυρί ζητάμε
Χαρτιά γραμμένα, στόματα βουλωμένα
Έχει ο κόσμος πρόβατα, έχουμε και εμείς κουδούνια
Βάστα με να σε βαστώ, ν’ ανεβούμε το βουνό
Μάθε νέος γράμματα, νά 'χεις καλά γεράματα
Τα μακρινά μου κόντεψαν, τα δυο μου γίνανε τρία
Γάτα που κοιμάται, ποντίκια δεν πιάνει
Στους ξένους τάξε ψέματα και στον γαμπρό αλήθεια
Όποιος λυπάται το καρφί, χάνει και το πέταλο
Έκατσε η δουλειά στην πόρτα και κυνήγησε την φτώχια
Μαλώνουν τα βουβάλια και την πληρώνουν τα βατράχια
Με το στανιό ο σκύλος μαντρί δεν φυλάει
Αδειανό βαρέλι, φίλο δεν πιάνει
Άλλοι σας κόβουν λάχανα κι άλλοι σας μαγειρεύουν
Η γριά με την καλή ψυχή, ευρέθη γκαστρωμένη
Ο νιος θέλει τα χάδια του και ο γέρος την τιμή του
Ο πλούσιος έχει τα φλουριά, κι ο φτωχός έχει το γλέντι κ.λ.π.








ΠΩΣ ΗΤΑΝ ΤΟΤΕ Η ΖΩΗ

Οι βρύσες του χωριού

Μέσα στο κλίμα της ιερότητας και της υγείας υψώνουν το σεμνό ανάστημα τους και οι λιθόκτιστες βρύσες της Ρεντίνας, με φόντο την πλούσια πρασινάδα των δέν-δρων και την γλαυκότητα του καταγάλαζου ουρανού.
Αρχίζουμε από την αρχαία πηγή την «Μεγάλη» πολυβρύση που δροσίζει για αιώνες τους κατοίκους του κεντρικού μαχαλά.
Η ιστορία της «Μεγάλης» βρύσης είναι συνδεδεμένη και με διηγήσεις που έχουν σχέση με την παρουσία όμορφων γυναικών (νεράιδες), που τις νύχτες σε μακρινές εποχές ερχόταν και χτενιζόταν σε αυτή κάτω από το φως του φεγγαριού και χόρευαν και τραγουδούσαν.
Όμως το χωριό έχει και άλλες λιθόκτιστες βρύσες, όχι λαμπρές όπως η βρύση «Μεγάλη», όμως καλοχτισμένες με ντόπια πέτρα και πολύ χρήσιμες στους κατοίκους, ακόμη και τώρα που το χωριό απόκτησε υδραγωγείο. Οι βρύσες αυτές που ξεδίψασαν ανθρώπους ζώα και πουλιά είναι η μότσιο, η γριά κάλω, η χαλίκω και η ξιόβρυση.
Στις εξοχές και τους χωραφόδρομους της Ρεντίνας υπάρχουν πολλές βρύσες, που ξεδίψασαν τους διψασμένους και πότιζαν τα ζωντανά οι στρατοκόποι, εδώ μνημονεύουμε τις πιο γνωστές, της Πουρνόβρυσης, του Αγίου Μάρκου, του Ζαχαράκι, του Λεπούχι και του Μοναστηριού.
Άλλες πολλές νεροπηγές της Ρεντίνας, όπου υπήρξαν κάποτε αληθινοί παράδεισοι και έθρεψαν για αιώνες τους προγόνους μας όπως του Παπαθεονά, του Μπλό, και του ιστορικού «Λαύριο», όπου η άφθαστη ομορφιά του τοπίου κόβει την ανάσα και βρίσκεται το καλ-λίτερο νερό του χωριού, το πιο εύγεστο, χωνευτικό και πάντα δρο-σερό.
Μια άλλη βρύση είναι η κλεφτόβρυση στην Κατσαντωνέϊκη Πουρνόβρυση με πέτρινη κοπάνα, που σήμερα την έχουν σκεπάσει τα βρύα. Αυτό δείχνει ανάγλυφα ότι οι διαβάτες στις μέρες μας στο μέρος αυτό είναι λιγοστοί, καθώς βρίσκεται σε ένα σημείο μακριά από την δημοσία (αυτοκινητόδρομο), σε πολλά δε σημεία σώζονται ίχνη από το καλντερίμι εκείνου του δρόμου που περνούσε από την Κλεφτόβρυση.
Οι κλέφτες σε αυτήν έπιναν νερό, καθώς βρίσκεται σε μέρος δυσ-διάκριτο και μακριά από διαβάσεις. Η άγραφη παράδοση μας διέσωσε τι έπαθε κάποιος Τούρκος Μπέης που περνούσε από εκεί, αποστα-μένος ήπιε βιαστικά το παγωμένο νερό της και πέθανε.
Το 1961 έγινε το υδραγωγείο του χωριού, αρκετά χρόνια μετά πρωτοστάτησε ο αείμνηστος πρωτοξάδελφος μου Ηλίας Δημ. Κοντα-κτσής και εμπλουτίστηκε με νερά που έφεραν από την θέση Μπλό.
Πρόσφατα έγινε αντικατάσταση των σωλήνων του δικτύου, δεν υπάρχουν πλέον διαρροές και σπασμένα δίκτυα, με αποτέλεσμα να υπάρχει επάρκεια νερού ακόμη και τους καλοκαιρινούς μήνες.


Η παραδοσιακή οικογένεια-φαμελιά

Περιλαμβάνει τρεις γενιές δηλαδή παππούδες, γονείς, παιδιά και στην ευρύτερη σύνθεση της, θείους, ξαδέλφια, ανίψια. Όλοι όσοι έχουν μεταξύ τους συγγενικούς δεσμούς αποτελούν την γενιά ή το σόι.
Η αγροτική και συντεχνιακή δομή της απαιτεί την προσωπική δουλειά όλων. Τα μέλη της οικογένειας συσπειρώνονται γύρω από τον αρχηγό που είναι σεβαστός. Η γυναίκα δουλεύει στο σπίτι και στο χωράφι δίπλα στον άντρα. Τα αγόρια πηγαίνουν στο σχολείο για να μάθουν τα στοιχειώδη γράμματα, αργότερα σαν μεγαλώσουν θα δουλέψουνε τη γης ή θα μάθουν μια όποια τέχνη.
Τα κορίτσια μένουν στο σπίτι και καταγίνονται με τα οικιακά, την υφαντική, το κέντημα όταν δεν ακολουθούν στις αγροτικές δουλειές. Τα κορίτσια θεωρούνται «ξένα» γιατί μια μέρα θα παντρευτούν και θα φύγουν από το σπίτι, μαζί θα φύγει και το «βάρος» γιατί πρέπει να προικιστούν.


Οι συνθήκες ζωής και διαβίωσης

Οι συνθήκες ζωής στο ορεινό χωριό ήταν και είναι δύσκολες. Όσο όμως πάμε στο χρόνο πίσω, τα πράγματα ήταν ακόμα πολύ χειρότερα.
Οι άνθρωποι έμεναν σε πετρόκτιστα σπίτια και μέσα σ’ αυτά στεγαζόταν άνθρωποι και ζώα. Τα σπίτια αυτά δεν πληρούσαν ούτε ένα ελάχιστο επίπεδο άνετης διαβίωσης και οι άνθρωποι αναγκαζόταν να κουβαλούν το νερό για τις στοιχειώδεις ανάγκες τους από κοντινές πηγές, κάτω από οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες.
Η ζωή δυσκόλευε πιο πολύ κατά την διάρκεια του χειμώνα, όπου η υγρασία, η λάσπη, το κρύο, οι αρρώστιες, μαζί με την έλλειψη βασικών αγαθών (φαγητό, ρούχα, παπούτσια) συνέθεταν μια ζοφερή πραγματικότητα.
Τα ρούχα ένδυσης ήταν χοντρά μάλλινα, τα παπούτσια τα έφτιαχναν από χοντρό δέρμα στον τσαγκάρη ή στην χειρότερη περίπτωση τα έφτιαχναν μόνοι τους από δέρμα γουρουνιού (γουρνοτσάρουχα).
Το εμπόριο που θα τόνωνε και θα αναβάθμιζε τη ζωή των κατοί-κων ήταν υποτυπώδες, έως ανύπαρκτο για το βασικό λόγο της μη ύπαρξης οδικής σύνδεσης με τις πόλεις.
Η έλλειψη οδικού δικτύου είχε αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία και περίθαλψη των αρρώστων, οι οποίοι θα έπρεπε να μεταφερθούν με άλογο ή μουλάρι και τις περισσότερες φορές ήταν αργά.
Με το πέρασμα του χρόνου όμως και με κοπιαστική δουλειά, τα πράγματα σιγά σιγά άρχισαν να αλλάζουν προς το καλλίτερο। Χτίστηκαν δίπατα σπίτια, οι άνθρωποι ανέβηκαν στον όροφο ή ανώι και το ισόγειο ή κατώι έγινε αποθήκη, για την σοδειά, τα γεννήματα, καθώς και τα εργαλεία της δουλειάς τους. Οι παλιές κατοικίες, τα χαμόσπιτα και οι χαμοκέλες έγιναν αποκλειστικά στάβλοι για τα ζώα.
Κάποια στιγμή οι άνθρωποι αντιλήφθηκαν την αναγκαιότητα της οδικής σύνδεσης με τις γειτονικές πόλεις και με κασμάδες και φτυάρια, άνδρες και γυναίκες, με υπεράνθρωπες προσπάθειες άνοιξαν δρόμους.
Το γεγονός αυτό ήταν που άλλαξε θεαματικά την ζωή στο χωριό. Σε λίγο το λυχνάρι αντικαθίσταται από την λάμπα πετρελαίου και αργότερα με το ηλεκτρικό. Οι τροφές πλέον δεν φυλάσσονται στο φανάρι, αλλά ασφαλώς στο ψυγείο.
Οι συνθήκες δουλειάς από δύσκολες έως απάνθρωπες. Αυτό γιατί οι δουλειές της υπαίθρου ήταν και είναι πάντα βαριές και δύσκολες. Γίνονταν γιατί έπρεπε, γιατί ήταν ζωτική ανάγκη, κάτω από οποιεσ-δήποτε καιρικές συνθήκες.
Ο ζευγολάτης έπρεπε να σπείρει τα χωράφια του με τα βόδια, το μουλάρι ή το άλογο, αυλακιά την αυλακιά, σπυρί το σπυρί, το σιτάρι, το κριθάρι ή ότι άλλο, με το βοριά να τον διαπερνά και το κρύο και τη βροχή να του τσακίζει τα κόκαλα.
Αργότερα θα ’πρεπε να σκάψει τ’ αμπέλια με το ξινάρι, να οργώ-σει και να σπείρει τις οψιμιές. Να τα σκαλίσει αργότερα ένα, δύο ή και τρία χέρια πολλές φορές, να τα καθαρίσει από τα ζιζάνια και να τα ποτίζει ανά τακτικά διαστήματα, μένοντας μερόνυχτα ολόκληρα με το πόδι στο νερό.
Κι ερχόταν το καλοκαίρι, η ώρα της συγκομιδής των δημητριακών, που κάτω από το λιοπύρι έπρεπε να μαζέψει στάχυ στάχυ τον κόπο του στ’ αλώνι,, κι από κει, μετά τ’ αλώνισμα, να τον αποθηκεύσει για να ζήσουν άνθρωποι και ζωντανά.
Μετά την συγκομιδή των πρώιμων, έρχεται η συγκομιδή των οψίμων, ο τρύγος, τα πατητήρια, δουλειές εξ ίσου δύσκολες και κοπιαστικές.
Ο ίδιος χωρικός σαν τσοπάνης, έπρεπε να φροντίζει τα ζώα του, γιατί από αυτά ζούσε. Έτσι έπρεπε να τους εξασφαλίσει τροφή , νερό και ζέστη για τους κρύους μήνες του χειμώνα, καθώς και φροντίδα στη γέννα και τον θηλασμό των μικρών.
Όταν θα ’ρχόταν η ώρα ο ίδιος πάλι θα άρμεγε το γάλα για να το κάνει τυρί, μυζήθρα, να βγάλει το βούτυρο και μόνος θα κούρευε το μαλλί τους, για να φτιάξει ζεστές κουβέρτες.
Ο ίδιος πάλι χωρικός, σαν οικογενειάρχης, θα έπρεπε να επισκευάσει τη στέγη του σπιτιού του, να χτίσει ένα μαντρότοιχο, να φτιάξει ένα τραπέζι ή μια πόρτα, να συγκεντρώσει ξύλα για τον χειμώνα…Ένας αγώνας δίχως τέλος ετούτη η ζωή.
Η γυναίκα από την πλευρά της, πέρα από τούτες τις δουλειές στις οποίες συμμετέχει εξ ίσου δίπλα στον άνδρα, θα έπρεπε να προλάβει να φροντίζει τα παιδιά, να πλύνει, να μαγειρέψει, να μπαλώσει, να ψήσει το ψωμί, να συγυρίσει το σπίτι. Κι όταν το βράδυ κατάκοπη μαζευόταν στο σπίτι- ο άνδρας πήγαινε στο καφενείο-εκείνη θα έπρεπε να υφαίνει στον αργαλειό, να γνέθει το μαλλί, να προετοιμάζει τα παιδιά για το σχολείο…
Όλες τις δουλειές τις έκαναν οι ίδιοι άνθρωποι και όλοι, ανεξαρτήτως φύλλου και ηλικίας. Μόλις που’ παίρνε να χαράζει η μέρα, στης αυγής το αχνό σύθαμπο κίναγαν για την δουλειά και δεν υπήρχε ωράριο εργασίας. Το μεροδούλι ήταν ήλιο με ήλιο, δηλαδή από την ανατολή μέχρι τη δύση του.


Εθιμολογία στον κύκλο ζωής του ανθρώπου

Όπως για όλους τους ανθρώπους έτσι και για τους Ρεντινιώτες, σημαντικά γεγονότα (χρονοσταθμοί) στην ζωή τους είναι: η γέννηση, η βάπτιση, το πάντρεμα και ο θάνατος και η κηδεία.


Τα γεννητούρια

Σε όλα σχεδόν τα ζευγάρια ο ερχομός ιδίως του πρώτου παιδιού συνοδεύεται ανέκαθεν και από μια σημαντική αλλαγή. Στον δύσκολο δρόμο της ζωής, έπρεπε ο άνδρας να βρει δυνάμεις για να μπορέσει να υποστηρίξει την οικογένεια του τόσο οικονομικά όσο και συναισθη-ματικά. Η δε γυναίκα του χρειαζόταν πολύ περισσότερο τη βοήθεια του τώρα που αυτή βίωνε τις απαιτητικές εμπειρίες της εγκυμοσύνης, του τοκετού και της φροντίδας του νεογέννητου παιδιού της.
Ξαφνικά ο άνδρας ένιωθε ότι δεν είναι πλέον μέρος της νεώτερης γενεάς. Γινόταν γονιός, το νεογέννητο παιδί του αντιπροσώπευε κατά κάποιον τρόπο τον αντικαταστάτη του
Η δε γυναίκα από την εγκυμοσύνη της, ακόμη έπρεπε να είναι προσεκτική στο κάθε τι. Αυτό βέβαια ήταν αρκετά δύσκολο μιας και οι δουλείες του σπιτικού, ήταν πάρα πολλές και τις περισσότερες από αυτές έπρεπε να τις κάνει η ίδια.
Δεν έλειπαν βέβαια και οι φορές που έπρεπε να πάνε στα χωράφια, όπου μερικές μάλιστα γεννούσαν εκεί. Οι συμβουλές για τη έγκυο γυναίκα δινόταν από την μαμή, η οποία ήταν και η υπεύθυνη της «γέννας».
Μετά τα γεννητούρια και εφόσον όλα πήγαιναν καλά, οι οικογένεια δώριζε στην μαμή ένα σαπούνι, ένα ψωμί και χρήματα. Αυτή παρακολουθούσε την λεχώνα, για οκτώ μέρες, η οποία βέβαια δεν έπρεπε να βγει έξω από το σπίτι για 40 ημέρες.


Τα βαφτίσια

Το μωρό βαφτιζόταν μέσα στις 40 ημέρες, αναδεξιμιά ήραν πάντα η
ίδια στην οικογένεια και αυτό συνεχιζόταν από γενιά σε γενιά. Η νονά έπαιρνε το λαδοπάνι, την αλλαξιά, την φορεσιά και τις λαμπάδες.
Το όνομα αποφασιζόταν από τους γονείς του πατέρα και μετά το μυστήριο της βάπτισις ακολουθούσε γλέντι


Τα αρραβωνιάσματα και το πάντρεμα

Στα πιο παλιά χρόνια, σχεδόν όλοι παντρευόταν με προξενιά, τα δε κορίτσια στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν είχαν δικαίωμα γνώμης στην επιλογή του γαμπρού.
Μέχρι πριν λίγα χρόνια στο χωριό οι κοπέλες συνηθιζόταν να παντρεύονται σε μικρή σχετικά ηλικία. Αν κάποιος δεν είχε καπαρώ-σει κάποιο κορίτσι τότε πιάνανε δουλειά οι προξενητάδες, πού ήταν άνθρωποι υπομονετικοί, γλυκομίλητοι, πολυλογάδες, καταφερτζήδες και τις πιο πολλές φορές ψεύτες.
Οι Ρεντινιώτες προτιμούσαν συνήθως να παντρεύουν τα παιδιά τους στο ίδιο το χωριό και να κάνουν πολλούς και γερούς συμπεθέρους, γιατί όσο πιο πολλούς και γερούς συγγενείς είχε κανένας, τόσο μεγαλύτερη υποστήριξη είχε τόσο στο χωριό και την ζωή.
Επισφράγισμα της προξενιάς και όλων των ενεργειών και συμφωνιών των ενδιαφερομένων ήταν τ’ αρραβωνιάσματα. Το πρώτο στάδιο των αρραβώνων και η αρχή του συγγενικού δεσμού ήταν το αντάλλαγμα των δαχτυλιδιών, που μ’ αυτά επισημοποιούσαν τη συμφωνία πού ως τότε κρατούσαν μυστική (λογοδέσιμο).
Τα δαχτυλίδια τ’ άλλαζαν συνήθως το βράδυ του Σαββάτο, για να έχουν, μπροστά τους την Κυριακή που θα πήγαιναν να τους συγχαρούν για τα «χαϊρλίδικα».
Όταν τελείωναν τ’ αρραβωνιάσματα άρχιζαν οι προετοιμασίας για την «χαρά» του γάμου. Ο γάμος κρατούσε μια εβδομάδα και γινόταν συνήθως τους μήνες Ιανουάριο ή Φεβρουάριο, τότε που ο κόσμος δεν είχε πολλές δουλειές.


Ο θάνατος και η κηδεία

Ο θάνατος, ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της φύσης, ήταν φυσικό ν’ αποτελέσει ένα από τα κεντρικά αντικείμενα της θρησκευτι-
κής σκέψης και του λαϊκού στοχασμού.
Η ιδέα του θανάτου σε όλη την διάρκεια της ανθρώπινης πορείας ταλαιπωρεί τον άνθρωπο που την βιώνει σαν το τέρμα της ύπαρξης του. Γι’ αυτό από την αρχαία εποχή φιλοσοφικές ή θρησκευτικές θέσεις προσπάθησαν να ηρεμήσουν την ανθρώπινη ψυχή από την αγωνία του θανάτου.
Παράλληλα στον λαό επικρατεί πλούσια εθιμολογία που χαρακτη-ρίζεται τόσο από σεβασμό προς τον νεκρό και την μνήμη του, όσο και τη σκέψη ν’ αποτραπεί ή να εξουδετερωθεί οποιοδήποτε κακό που θα μπορούσε να προέλθει από τον θάνατο ενός οικείου προσώπου.
Η στάση του Ρεντινιώτη απέναντι στον θάνατο είναι πολύ φιλοσοφημένη, την βιώνει ως ένα αναπόφευκτο φαινόμενο που πρέπει ν’ αντιμετωπισθεί με αξιοπρέπεια.
Οι ηλικιωμένες γυναίκες αλλά και οι ετοιμόγεννες ακόμη, που ξέρουν ότι ο τοκετός μπορεί να βάλει σε κίνδυνο της ζωής τους, ετοί-μαζαν μόνες τους ένα σάκο με τα ρούχα που θα τους φορέσουν όταν πεθάνουν.
Την νεκραλαξιά των ανδρών την ετοίμαζαν οι γυναίκες, όταν έφτανα εκείνοι σε ηλικία 50-60 χρονών. Την φορεσιά αυτή την έραβαν χωρίς να κάνουν κόμπο στο νήμα του βελονιού, για να βγει η ψυχή χωρίς δυσκολία και να πάει στον παράδεισο, έβαζαν δε κι’ ένα κομμάτι κερί και σπάγκο από εννιά κλώνους, για να μην έρθει στο σπιτικό ξανά ο Χάρος.
Στην Ρεντινιώτικη κοινωνία το πένθος, που κρατάει από τρία έως πέντε χρόνια, εκφράζεται με το μαύρο χρώμα. Οι γυναίκες φορούν μαύρα ρούχα, αλλά και οι άντρες μαύρα πουκάμισα ή μαύρο περιβρα-χιόνιο και δεν ξυρίζονται. Ο θάνατος εκφράζεται ακόμη με αποχή από χαρές, αλλά και τις κοινωνικές εκδηλώσεις.
Ο επικείμενος θάνατος μαντεύετε από διάφορα σημεία, όπως όνειρα, φωνές ζώων (ούρλιασμα σκύλου την νύχτα) και ιδιαίτερα από κραυγή πουλιών, (όπως κραυγή νεκροπουλιού-κουκουβάγιας ή παρά-ξενη κραυγή κόκορα).
Όταν ο ετοιμοθάνατος προσηλώνει επίμονα το βλέμμα του σ’ ένα σημείο, τότε λένε ότι βλέπει τον άγγελο που έρχεται να πάρει την ψυχή του. Γι’ αυτό στην διάρκεια του ψυχορραγήματος δεν επιτρέ-πονται θρήνοι και φωνές, γιατί εμποδίζουν τον άγγελο στην εκτέλεση της αποστολής του.
Όταν επέλθει ο θάνατος πρώτιστο μεταθανάτιο μέλημα είναι να κλείσει ένας αγαπημένος οικείος τα μάτια του πεθαμένου, όπως και το στόμα του. Η πράξη αυτή θεωρείται ιερότατη από τους πρώτους ιστορικούς χρόνους.
Μαζί με την είδηση του θανάτου, τα συγγενικά πρόσωπα εγκαταλείπουν κάθε δραστηριότητα και απασχόληση και σπεύδουν στο σπίτι του νεκρού.
Κύριο ρόλο στην προετοιμασία και φροντίδα του νεκρού παίζουν οι γυναίκες, κυρίως οι ηλικιωμένες, ίσως γιατί οι γυναίκες που φέρνουν στον κόσμο ανθρώπους νιώθουν περισσότερο τι μυστήριο της ζωής, επομένως βιώνουν εντονότερα και το μυστήριο του θανάτου.
Η φροντίδα του νεκρού περιλαμβάνει λούσιμο με νερό και κρασί, το σαβάνωμα, το δέσιμο του σαγονιού, των χεριών και των ποδιών με ταινίες και το ντύσιμο. Οι άγαμοι ντύνονται με φορεσιά και η κηδεία τους παίρνει τη μορφή γάμου.
Στα χέρια ή στα ρούχα του νεκρού τοποθετούν ένα νόμισμα, για να πληρώσει τα ναύλα του που πηγαίνει στον Κάτω κόσμο. Μετά από τις ετοιμασίες αυτές ο νεκρός τοποθετείτε πάνω σε άσπρη βελέντζα ή σεντόνι, στη μέση του δωματίου με το πρόσωπο του στραμμένο στην Ανατολή. Προς το μέρος της κεφαλής και των ποδιών του ανάβουν μια λαμπάδα, ενώ δίπλα στο σώμα του νεκρού τοποθετούνται διάφορα αγαπημένα προσωπικά του αντικείμενα.
Κοντά στον νεκρό βρίσκονται συγγενείς και φίλοι, που «ξενυχτούν» τον νεκρό. Οι γυναίκες προσέχουν επίσης, να μην μπει γάτα ή σκύλος στο σπίτι ή να μην περάσει γάτα πάνω από τον νεκρό, για να μην γίνει ο νεκρός βρικόλακας. Στο ξενύχτισμα του νεκρού προσφέρεται πικρός καφές, για να μην γλυκαθεί ο Χάρος και ξανάρθει και χτυπήσει κάποιον άλλο.
Την ώρα πού παίρνουν τον νεκρό για την κηδεία σπάζουν ποτήρι ή πιάτο για να εξαφανίσουν το νεκρικό μίσεμα και τότε αρχίζει το ξε-προβόδισμα για την τελευταία περιοδεία στην Ρεντίνα, ενώ η καμπάνα χτυπά αργή κι ανάερη, παραπονεμένα και λυπητερά τον απόστερνο χαιρετισμό.
Σε αυτή την μικρή συνοδεία βλέπεις σε τούτο το μακρύ γαϊτάνι τους ήσυχους και θλιμμένους Ρεντινιώτες, που ξέρει ο ένας τον άλλο σαν αδελφό και που πονά τον νεκρό και τον αποχωρίζεται σε τούτη την αποφράδα ώρα με σφιγμένη την καρδιά.
Δεν λείπει κανένας από το ξόδι, κι ας κηδεύεται ο πιο ταπεινός του χωριού, γιατί δουλειές και νιτερέσια δεν πέτρωσαν την καρδιά κανενός και χρέος μεγαλύτερο και πιο βιαστικό δεν υπάρχει γι’ αυτούς, παρά ν’ αποχαιρετίσουν το κλωνάρι του χωριού πού μαράθηκε μπρος στα μάτια τους.
Μπορείς κιόλας να πεις πως αυτή η σεμνόπρεπη συνοδεία, με τους συγχωριανούς που σιγοπερπατούν πίσω από τα ξαπτέρηγα, πήρε με τον καιρό για τους Ρεντινιώτες μια κρυφή σημασία που λέει πολλά.
Είναι μια δημόσια τελετή που μονάχα αυτή ταιριάζει στον τόπο τους. Η πίκρα τούτη κι η άφωνη θλίψη άνοιξαν σιγά σιγά το μεράκι της καρδιάς για κάθε όμορφο, για κάθε απλό και ταπεινό στον δια-βατάρικο τούτο κόσμο.
Η ταφή γίνεται πριν την δύση του ήλιου και παίρνει ευρύτατη κοινωνική σημασία, με την ηθική συμπαράσταση στην οικογένεια του νεκρού. Πριν ενταφιάσουν τον νεκρό, ο παπάς λύνει τα χέρια και τα πόδια του, για να μπορεί να κινείται η ψυχή του ελεύθερα στον Κάτω Κόσμο.
Πάνω στο σώμα του νεκρού χύνουν σταυροειδώς κρασί ή λάδι και σπάζουν το κανάτι που το περιέχει. Όλοι οι παρευρισκόμενοι ρίχνουν λίγο χώμα πάνω του με την ευχή «θεός σχορέστον» και ποτίζουν με το κλάμα τους το χώμα που σκέπασε τον πεθαμένο.
Σαν τελειώσουν όλα αυτά παίρνει πάλι ο κόσμος σε πομπή τον δρόμο του γυρισμού. Ένας ακόμη χωριανός έχει πεθάνει κι έχει ταφεί. Έσβησε κι η τελευταία ψαλμωδία στο κοιμητήρι πια ξεχύνεται ησυχία και η γαλήνη της αιωνιότητας σε αγγίζει ανάλαφρα με τα φτερά της και βλέπεις ήρεμα τάφους που είναι αραδιασμένοι με τάξη.
Γύρω στα μνήματα πάνω στα δέντρα ακούγονται τιτιβίσματα και κελαηδίσματα πουλιών. Το λάλημα τους παρηγοριά στην ψυχή, φτάνει να βρισκόταν ψυχή να τ’ ακούσει.


Αφιέρωμα στην μάνα

Η μάνα που μας γέννησε θεωρείται ιερό πρόσωπο και ανεπα-νάληπτη μορφή, η αγάπη της αφάνταστα μεγάλη εκδηλώνεται χωρίς όρια και όρους. Αποτελεί γεγονός αναμφισβήτητο ότι μέσα στη ζωή μας σε χαρά ή λύπη η μάνα μας είναι το πρόσωπο, που στέκεται πάντα δίπλα μας, με άδολη, ακατάλυτη αγάπη και στοργή.
Σε κάθε βήμα μας την θυμόμαστε και στον αναστεναγμό μας το όνομα της με νοσταλγία ή με πόνο προφέρουμε με σεβασμό, «αχ μα-νούλα μου» λέμε και γεμίζει το στόμα μας από την γλυκιά αυτή λέξη.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε πόσα τής χρωστάμε με πρώτο και κύριο, ό,τι πολυτιμότερο έχουμε την ίδια τη ζωή μας. Μάνα κράζει ο καθένας οπουδήποτε και αν ζει και ποτέ του δεν αρνιέται της μητέρας την ευχή.
Δοξαστικό στην Ρεντινιώτισα μάνα των βουνών μας είναι αυτό το μικρό αφιέρωμα. Η καλόψυχη μάνα μου, ήταν σεμνή και αγαθή όπως όλες οι γυναίκες του καιρού της, πέρασε μαζί με τον πατέρα μου όλες της πίκρες κι όλες τις δυσκολίες της ζωής.
Πάντα είναι χαραγμένη στην μνήμη μου τα λόγια, ευχή και κατάρα, η συμβουλή από καρδιά κι από ψυχή της Κατσαντωνοπούλας αλησμόνητης μάνας μου, «παιδί μου, όλοι πρόκοψαν, μην μείνεις τελευταίος, πάντα να ’σαι ορθός και πάντα να ’σαι ωραίος, να βλέπεις παιδί μου πάντα εμπρός, το χθες μην σε πικραίνει και την ζωή σου ο καιρός με άνθη να την ραίνει».


Η Αγροτική ζωή

Κοντά στον Θεό ζούσανε πάντα οι Ρεντινιώτες, ψηλά ανάμεσα σε κατάφυτα βουνά και ξαγνάντευαν μέρος, από τον καρπερό Θεσσαλικό κάμπο.
Τα περασμένα χρόνια αλλά ακόμη και σήμερα ο χωρικός στόχευε
στην αυτάρκεια αγροτικών προϊόντων. Οι Ρεντινιώτες άνθρωποι της χαμοζωής, φτωχονυκοκύρηδες προσπαθούσαν, να έχουν στα πιθάρια και τα αμπάρια τους δημητριακά (σιτάρι, καλαμπόκι) για δύο χρόνια, μήπως η μια χρονιά δεν πάει καθόλου καλά και επίσης στο παγκάρι κάποιο πλεόνασμα οσπρίων, για ώρες ανάγκης (φασόλια, φακές).
Η μεγαλύτερη καλλιέργεια στα ορεινά χωριά ήταν το καλαμπόκι, με τούτο ζούσε ο κόσμος τότε. Μπομπότα, ζυμαρότητα, κατσαμάκι και άλλα υποπροϊόντα.
Ακόμη ραγδαία στο παρελθόν αναπτύχθηκε η κτηνοτροφία σε ποιμενική μορφή, όπου χιλιάδες κοπάδια αιγοπρόβατα, βόδια και αγελάδες, διέσχιζαν όλες τις περιοχές παράλληλα, αλλά ακόμη και σήμε-ρα διατηρείται η οικόσιτη μορφή κτηνοτροφίας με τα μανάρια στο σπίτι.
Επίσης το μεταφορικό της εποχής, τα υπομονετικά γιαϊδουράκια εξυπηρετούσαν την φαμελιά στις μικροαγροτικές απασχολήσεις. Αλλά στην Ρεντίνα σχεδόν ούτε από αυτά σήμερα υπάρχουν!


Ο θερισμός και το αλώνισμα


Ο θερισμός γινόταν με χειρωνακτικό τρόπο, κύριο δε εργαλείο για τον θερισμό ήταν το δρεπάνι. Τα θερισμένα στάχυα δενόταν σε «χειρόβολα», στη συνέχεια δενόταν σε δεμάτια και μεταφερόταν στα αλώνια, που ήταν συνήθως ακαλλιέργητες μικρές εκτάσεις, με πατημένο (παλαμισμένο) χώμα. Τα πετράλωνα ήταν κυκλικές εκτά-σεις, στρωμένες με καλά αρμοσμένες πέτρες και γύρω τους όρθιες πλακερές πέτρες, που σχημάτιζαν το όριο του αλωνιού.
Το αλώνισμα γινόταν τον Ιούλη (Αλωνάρη). Απλωνόταν πάνω στο αλώνι τα δεμάτια και σκορπιζόταν τα χειρόβολα σ’ όλο τον χώρο του αλωνιού. Στο κέντρο του βρισκόταν ο «στροερός», ένα χοντρό και γερό ξύλο, όπου πάνω του δενόταν η τριχιά που κρατούσε τα ζώα όταν γυρνούσαν πάνω στ’ αλώνι.
Συνήθως χρησιμοποιούσαν άλογα ή μουλάρια, τα οποία τα δένανε το ένα δίπλα στ’ άλλο με «λαιμαργίες», ώστε εύκολα να γυρίζουν γύρω στο στύλο μαζί. Ο αλωνιάρης κάπου κάπου τα μαστίγωνε, σιγά βέβαια, φώναζε δε συγχρόνως, για να φοβούνται κι αυτά γύριζαν τρέχοντας.
Η κίνηση των ζώων γινόταν και προς τις δύο κατευθύνσεις. Το σχοινί του στροερού μαζεύονταν πάνω του, ενώ τα ζώα τρέχανε και πατούσαν τα χειρόβολα σ’ όλο τ’ αλώνι απ’ έξω προς τα μέσα. Ύστερα άλλαζε το ζώο που ήταν απ’ έξω, ερχόταν μέσα και το σχοινί άπλωνε. Το αλώνισμα συνεχιζόταν μέχρις ότου, τα χειρόβολα γίνουν άχυρο και φυσικά να βγει ο καρπός από τα στάχυα.
Ύστερα γινόταν το «λίχνισμα». Με τα «δίκρανα» και τα «δικούλια» πετούσαν ψηλά στον αέρα τ’ άχυρο, για να διαχωριστεί από τον καρπό, χρησιμοποιούσαν ακόμη «ξυλόφτιαρο» και φυσικά το «δριμόνι» για σταροκοσκίνισμα του καρπού.
Μετά την επίπονη εργασία του αλωνισμού, ο καθαρός πλέον καρπός μεταφερόταν στο σπίτι και αποθηκευόταν στο αμπάρι, καθώς και το άχυρο μέσα σε «βρυζώνια» που χρησίμευε για τροφή των ζώων τον χειμώνα.
Ο αλωνισμός γινόταν με άλογα, άλλοι αλώνιζαν με μουλάρι, άλλοι με τα βόδια και καμιά πολύ καταραμένη φτώχια με το γαϊδούρι.


Ποιμενικά του βουνού και της στάνης


Στην Ρεντίνα όλες σχεδόν οι φαμελιές έχουν και από δυο γίδια στο κατώι τους, μόνο για να καλύπτουν τις ανάγκες τους σε γάλα. Γιδο-βίτσα και κοπάδια δεν υπάρχουν πια, ούτε ακούγονται κυπριά, κου-δούνια και βελάσματα και η φλογέρα του τσοπάνη βουβάθηκε για πάντα.
Πριν όμως λίγα χρόνια βοσκούσαν χιλιάδες γίδια, πρόβατα, γελά-δια, μουλάρια, γαϊδούρια και άλογα. Αχολογούσαν οι ρεματιές από τα κουδούνια και τα κυπριά χαρμόσυνο κουδούνισμα. Εκτός από τα ντόπια τσελιγκάτα και ξένα κοπάδια από νομάδες κτηνοτρόφους- οι βλάχοι-, φτάνανε στην Ρεντίνα για ξεκαλοκαίριασμα.
Άλλοτε πάνω κοντά στο Ματσόνι στάλιζαν τα Σκαρμετζέϊκα γελάδια, οι μικρές δαμάλες «σαβούλα» και «καράντζω» παίζανε μεταξύ τους και ο μικρός «ζουμπέρης» τραβούσε ζωή από τα μαστάρια της μάνας του της «τρυγόνας».
Ακόμη πιο πάνω τα «βλαχοκονάκια», τόπος θερινής κατοικίας των τσοπάνηδων, που ξεκινούσαν με τα κοπάδια τους, περίπου του Αγίου Γεωργίου, μόλις έλιωναν τα χιόνια άφηναν τον κάμπο και ανέβαιναν στο βουνό. Τα μεγάλα «βλάχικα» κονάκια όμως είχαν συστηματο-ποιήσει τη δουλεία τους και ζούσαν το δικό τους ποιμενικό κόσμο, με τις ομορφιές του.
Από τις τσοπάνικες βλάχικες οικογένειες ήταν οι Κατσιουλαίοι με τα άσπρα μπουραζάνια (παντελόνια), οι Λαρσαίοι, οι Δρακαίοι και οι Ντουράκαιοι ζούσαν έξω από το χωριό και είχαν τα κονάκια τους πάνω στη ράχη στο Ζαχαράκι.
Τα ζώα είχαν στο λαιμό τους «τσουκάνα» για να ακούγονται, έπιναν νερό μέσα σε σκαμμένα ξύλα «τα κανάλια». Η θερινή διαμονή τους ήταν «η στρούγκα», ένας μεγάλος κύκλος πλεγμένος με κλάρες και δυο πέτρες να κάθεται «ο αρμεχτής», να αρμέγει το γάλα μέσα στις ξύλινες «καρδάρες».
Τον χειμώνα τα ζώα μπαίνανε στο μαντρί που είναι ζεστό και καλοχτισμένο. Οι ηλικίες των ζώων έχουν τις εξής ονομασίες: τα μικρά των προβάτων λέγονται «ζυγούρια» των γιδιών δε «βιτούλια» και τα δίχρονα «μπλιόρια».


Η παλιά καθημερινότητα και η διατροφή


Τέτοια ήταν η ζωή, τα σωτήρια εκείνα χρόνια, οι περισσότεροι Ρεντινιώτες παλιά ασχολιόταν με την βόσκηση των ζώων τους, έτρεφαν κυρίως γίδια, πρόβατα λίγα βοοειδή, χοίρους και όρνιθες, που τους έδιναν δέρματα, μαλλιά, γούνες και κάρπες (μάλλινα σκεπάσματα).
Παράλληλα άρχισαν να αναπτύσσουν την γεωργία για να γεμίσουν το «παγκάρι» καλλιεργώντας κυρίως σιτάρι, καλαμπόκι, κριθάρι, σίκαλη και από όσπρια φασόλια «το κρέας των φτωχών», ρεβίθια, φακές και πατάτες, από κηπευτικά δε καλλιεργούσαν λαχανικά, κρεμ-μύδια, σκόρδα, πράσα, κολοκύθια και ντομάτες.
Από τα βασικά φαγητά στην διατροφή ήταν τα χοιρινά και τα παράγωγα τους κρέας με λίπος, τσιγαρίθρες, λουκάνικα και παστό χοιρινού. Οι δε πίτες και το σταρένιο ψωμί ή η μπομπότα κράταγαν την πείνα.
Η ζυμαρόπιτα (από καλαμπόκι) η κολοκυθόπιτα, η τυρόπιτα, η λαχανόπιτα, το πλιγούρι, ο τραχανάς και οι χυλοπίτες τρώγονται ως βασικό φαγητό και σήμερα. Από τα κτηνοτροφικά προϊόντα το τυρί συνόδευε την βασική διατροφή, το γάλα και τα παράγωγα του γιαούρτι ξυνοτύρι και ξινόγαλο. Έτρωγαν επίσης αυγά και πουλερικά λίγες φορές την βδομάδα και το πολύ μια δυο φορές το μήνα κρέας. Όλα αυτά τα συνόδευαν με κρασί και τσίπουρο.


Οι Αγωγιάτες παλιά


Σε όλη τη διαδρομή της ιστορίας της, μέχρι που το αυτοκίνητο έφτασε στην Ρεντίνα, οι κάτοικοι κουβαλούσαν τις προμήθειές τους, από τα κοντινά αστικά κέντρα με τα ανθεκτικά μουλάρια που μπορούσαν να βαδίζουν με σιγουριά στις κακοτοπιές.
Αγωγιάτες λεγόταν οι συντοπίτες χωρικοί που με δικό τους ή ξένο ζώο, μετέφεραν τα εμπορεύματα των βουνίσιων εμπόρων από τα αστικά κέντρα προς τα ορεινά χωριά.
Οι βουνίσιοι δρόμοι κλείνουν τον χειμώνα, από τα πολλά χιόνια ή κόβονται από τις συχνές πλημμύρες και οι αγωγιάτες πάντα πρόθυμοι και πάντα ακούραστοι, κατέβαιναν ως την πόλη για να φέρουν τροφές στους συγχωριανούς τους και κέρδη στους εμπόρους.
Οι αγωγιάτες ή κυρατζήδες, ήταν ένα μεγάλο και επικερδές επάγγελμα, ταξίδευαν αρκετές μέρες πολλοί μαζί (καραβάνια) και διανυκτέρευαν σε πανδοχεία, χάνια, με στάβλους και με άλλες ευκολίες σχετικές με τις ανάγκες της εποχής.
Ανάμεσα στον χωριάτη έμπορο και τον αγωγιάτη γινόταν κάποια σιωπηρή, όμως επίσημη συμφωνία. Ο έμπορος είχε σαν βασική υποχρέωση να πληρώσει το καθορισμένο αγώγι στον αγωγιάτη, ο δε δεύτερος αναλάμβανε την μεταφορά από τον έμπορο της πόλης και φρόντιζε να μην πάθει τίποτα το εμπόρευμα μέχρι να φτάσει στον προορισμό του.
Λέγοντας αγώγι εννοούμε δύο πράγματα, το φορτίο και την αμοιβή και η αμοιβή του αγωγιάτη είναι το αγώγι του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου