Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2018

ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ


Ακόμα μία παράδοση που καλύπτεται από τον γοητευτικό παραμυθιακό μανδύα Πριν πολλά χρόνια την αλαργινή εκείνη εποχή στην Ρεντίνα, την ημέρα εκείνη συνέβηκε και τούτο. Τα παιδιά του χωριού καθόταν συνήθως στ’ ορθολίθι που είναι στο γυφτόρεμα κάτω από την εκκλησία του Αϊ Νικόλα. Ένα από τούτα τα παιδιά ήταν και ο χαζό Νικολός. Τον παιζογελάγανε τ’ άλλα τα παιδιά, τα πιο μικρά. Τα πιο μεγάλα, όλα. Είναι βλάκας. είναι και καμπουριασμένος. Ο Νικολός τά’ χει πλούσια τα κουσούρια. Συνήθως ο Νικολός καθόταν μοναχός στην ρεματιά κι εκεί ξημερονοβράδιαζε. Εκεί στην ρεματιά ήταν άλλος κόσμος που πολύ του άρεσε. Ένα βράδυ κάποια φορά τον είχε πάρει η ώρα κι είχε ξεχαστεί, και δεν έλεγε να γυρίσει στο σπίτι. Πρόβαλε και το φεγγάρι, μισοφέγγαρο, μα πολύ φωτερό, βγήκε κι άπλωσε στα δέντρα και κατέβηκε ως τη ρεματιά. Μια ασημένια καταχνιά φούσκωσε κι ανέβηκε από τη νεροσυρμή κι έσμιξε με του φεγγαριού το ασπρογάλιασμα. Σώπασαν και τα βατράχια κι ο κούκος, σώπασαν και τα τριζόνια, χύθηκε μια βουβαμάρα πνιχτή. Κι όλάξαφνα ξέσπασαν κάτι γέλια. Κρούσταλα γέλια, χάχανα, σαν νερά που πέφτουνε από βράχια. Ξαφνιάστηκε ο Νικολός. Μα, δεν πρόλαβε. Ανάμεσα στις φυλλωσιές, λες κι έπηξαν τ’ ασήμια κι οι χρυσαφένιες αχτίδες, να, οι νεραΐδες, δυό νεραΐδες. δυό καλοκυρές. Πάει ο Νικολός του κόπηκε η λαλιά. Σκύβει, κρύβεται, αργά είναι, πολύ αργά. Του πήραν την λαλιά του. Κι ίσως και να τον άγγιξαν. Πασκίζει να σαλέψει, μολύβι τα ποδάρια του. «Πάτερ...» φώναξε. Κι ύστερα αναθυμήθηκε τι του ‘χανε πει, αν λάχει και συναντήσει ξωτικές. «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς…¨». Τίποτε οι ξωτικές. Ανεμικά είναι και χορεύουνε, ακροπατούνε στα νερά και παίζουνε και λούζονται. Μόνο το πέπλο το λευκό ανεμίζει στο κεφάλι τους. Και τα μακριά χρυσά μαλλιά… Πώ, πώ, ξέχασε ο Νικολός να σταυροκοπηθεί!...Γρήγορα-γρήγορα κάνει τον σταυρό του…Ώχ, ώχ, οι ξωτικές θυμώσανε . αρπάνε πέτρες, ξύλα και του τα πετάνε Μήτε λαλιά ο Νικολός, μηδέ και βήμα να κάνει. Το κεφάλι του Νικολού γυρνά, η καταχνιά σκορπάει…πώ, πώ , νύχτα-μεσάνυχτα θα ΄ναι τώρα…Σηκώνεται και νιώθοντας μονομιάς τα ποδάρια του λυμένα, ροβολάει τον κατήφορο. Πέντε- έξη νύχτες πέρασαν ώσπου ο Νικολός ξανάβρε τα λογικά του, όσο μπορεί να τα βρει ένας αλαφροισκιωτος, ένας νεραϊδοπαρμένος' Φωτογραφία του Ρεντίνα αρχόντισσα των Αγράφων Φωτογραφία του Ρεντίνα αρχόντισσα των Αγράφων.

1 σχόλιο: