Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2020

ΠΕΤΡΙΝΑ ΓΙΟΦΥΡΙΑ ΤΗΣ ΡΕΝΤΙΝΑΣ-Μνημεία του παρελθόντος

Τα πετρογέφυρα αποτελούν μοναδική κληρονομιά που γεφυρώνει το χθες με το σήμερα. Τα περισσότερα από τα γεφύρια αυτά είναι μονότοξα και είναι κτισμένα σε επιλεγμένα σημεία, εκεί όπου η κοίτη των ποταμιών είναι στενή. Είναι κτισμένα από εμπείρους τεχνίτες (λιθαράδες) και στέκονται υπερήφανα εδώ και πολλά χρόνια, σχεδόν παρατημένα στη βαθιά σκιά των νέων οδικών αξόνων. Στο βραχοστένεμα του Ρεντινιώτη ή Ονόχωνου, σ’ αυτό το ποτάμι οι προπαππούδες μας έφκιαξαν το εντυπωσιακό μονότοξο γεφύρι στα Μαντάνια. Ένας Θεός ξέρει κι αυτοί που το ’φκίαξαν, τι τράβηξαν αυτοί οι άνθρωποι και με ποιες στερήσεις και δυσκολίες κατόρθωσαν να το χτίσουν. Η κατασκευή αυτού του γεφυριού αποδείχτηκε κάτι παραπάνω από δύσκολη, αφού απαιτήθηκαν δύο προσπάθειες για να στηθεί. Οι άνθρωποι εκείνοι τον καιρό της Τουρκοκρατίας, δεν μπορούσαν ούτε το ψωμί της χρονιάς να κονομήσουνε όχι να φκιάξουνε και γεφύρια. Οι Τούρκοι δεν χάλαγαν γρόσια για δρόμους και γιοφύρια να διαβαίνουν οι ραγιάδες χριστιανοί. Αυτοί ήξεραν μοναχά να παίρνουν και όχι να δίνουν. Μαζεύτηκαν λοιπόν οι χωριανοί, κι αποφάσισαν να φκιάξουνε το γιοφύρι. Δεν γινόταν αλλιώς, πνίγηκαν άνθρωποι! Άσε τα ζωντανά, που απ’ αυτά πνίγηκαν πολλά. Χτίστηκε το γιοφύρι, όμως μετά από λίγα χρόνια με μια πρωτόγνωρη νεροποντή, το ποτάμι φούσκωσε και παρέσυρε το γιοφύρι προς μεγάλη απογοήτευση των χωριανών. Στην μεγάλη απελπισία προσφέρθηκαν οι καλόγεροι του μοναστηριού να το ξαναχτίσουν. Άρχισε λοιπόν το ξαναχτίσιμο του, αλλά κατά σατανική σύμπτωση τον καιρό εκείνο έγινε τρομερός σεισμός και το γιοφύρι γκρεμίστηκε συθέμελα. Ο πρωτομάστορας απογοητεύτηκε, αλλά του ηγουμένου Ζαχαρίου η πίστη δεν κλονίστηκε, «ο διάβολος έκαμε την δουλειά του για να μας κουράσει περισσότερο» είπε. Πλήρωσε στην συνέχεια τους μαστόρους και τους συνέστησε να ξεκινήσουν πάλι το χτίσιμο από τα θεμέλια, οι κτίστες όμως ήταν διστακτικοί, γιατί αμφέβαλαν αν υπάρχουν χρήματα για να πληρωθούν το έργο από την αρχή. Και τότε ο ηγούμενος που αντιλήφθηκε που οφειλόταν οι δισταγμοί τους, έβγαλε από την τσέπη του μια χούφτα ασημένια νομίσματα και τα πέταξε στην κοίτη του ποταμιού. Αυτό ήταν όλο και το έργο ξανάρχισε, ξανάρχισε όμως και ο πονοκέφαλος του ηγουμένου, ο οποίος δεν είχε δεκάρα πέρα από όσα σκόρπισε στο ποτάμι! Πιο παρακάτω στο ποτάμι μέσα σ’ ένα καταπράσινο περιβάλλον ξεπροβάλει δίπλα στα πλατάνια, το ξεχασμένο σπουδαίο γεφύρι του Καλογηρόμυλου, αρχικά οι ξύλινοι κορμοί δέντρων που γεφύρωνα τον τόπο, όταν παρασύρθηκαν από τα ορμητικά νερά του ποταμού τότε οι καλόγεροι του Μοναστηριού έδωσαν εντολή να χτιστεί το πέτρινο γεφύρι. Ένα ακόμη εξαίρετο μνημείο γεφυροποιίας στις κλεισούρες του Ονόχωνου κοντά στο Σμόκοβο και στην θέση Πλάκα είναι το πετρογιόφυρο του παπά-Θεωνά. Όταν πνίγηκε ο καλόγερος του μοναστηριού, τότε έφτασε το μαχαίρι στο κόκαλο. Αποφάσισαν τότε οι χωριανοί να χτίσουν κι αυτό το μονότοξο γιοφύρι, ώστε να επιτρέπει στους ανθρώπους να περνούν πιο ευκολότερα στα κτήματα τους, αλλά και στους τσοπάνηδες να διαβαίνουν απέναντι για να βόσκουν τα ζώα τους.

ΝΥΧΤΑ ΜΑΓΕΜΕΝΗ....

ΣΥΝΛΕΒΗ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΕΚΕΙΝΟ
Θα σας το πω και τούτο… Επίσης ακόμα μια θαυμάσια παράδοση θα σας την πω έτσι,, καθώς πέρασε από στόμα σε στόμα από τους συγχωριανούς μας και που καλύπτεται από τον γοητευτικό παραμυθιακό μανδύα, κάτι ανάμεσα στον θρύλο και την γοητεία του υπερφυσικού είναι και τούτο. Τον καιρό εκείνο, εκείνη την αλαργινή εποχή, στο χωριό 320 χρόνια πριν, εκείνο το μήνα τον λέγανε Φεβρουάριο, ήταν μια χιονισμένη νύχτα της 10ης Φεβρουαρίου που ο τόπος κατάλευκος, κουκουλωμένος μέσα σ΄ άπρο παχύ-παχύ πάπλωμα, σπίτια δέντρα, όλα, σεντονιασμένα και βουβά,, ενώ όλοι κοιμούνται και γαλήνη βασίλευε παντού άρχισαν να χτυπούν οι καμπάνες. Ο ήχος γλυκός, παράξενος, λες και ήταν ουράνιος. Φοβισμένοι οι χωριανοί μας σηκώθηκαν και κατευθύνθηκαν προς την εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Οι καμπάνες χτυπούν μόνες τους και μέσα στη εκκλησία ακουγόταν γλυκές ψαλμωδίες. Ούτε παπάς όμως υπήρχε ούτε ψάλτης, απορημένοι οι χωριανοί μπήκαν στην εκκλησία. Τότε οι καμπάνες σταμάτησαν να χτυπούν, οι ψαλμωδίες ακουγόταν μακρινές, ώσπου χάθηκαν. Μόνο ένα απαλό και γλυκύ φως στεφάνωνε την εικόνα του Αγίου Χαραλάμπους, αριστερά στην Ωραία Πύλη, κι υστερότερα έξω ένα πελώριο φεγγάρι ξεκινούσε από τα πέρατα του ουρανού, ν΄ ανέβει στα μεσούρανα και λίγο-λίγο έστρωνε καταγής την ασημένια του μαγεία. Σήμερα οι θεοσεβούμενοι Ρεντινιώτες στον αύλειο χώρο του Αγίου Νικολάου, έχτισαν το νέο όμορφο παρεκκλήσι του Αγίου Χαραλάμπους.

ΧΑΖΟΝΙΚΟΛΟΣ- ο νεραιδοπαρμένος

Ακόμα μία παράδοση που καλύπτεται από τον γοητευτικό παραμυθιακό μανδύα Πριν πολλά χρόνια την αλαργινή εκείνη εποχή στην Ρεντίνα, την ημέρα εκείνη συνέβηκε και τούτο. Τα παιδιά του χωριού καθόταν συνήθως στ’ ορθολίθι που είναι στο γυφτόρεμα κάτω από την εκκλησία του Αϊ Νικόλα. Ένα από τούτα τα παιδιά ήταν και ο χαζό Νικολός. Τον παιζογελάγανε τ’ άλλα τα παιδιά, τα πιο μικρά. Τα πιο μεγάλα, όλα. Είναι βλάκας. είναι και καμπουριασμένος. Ο Νικολός τά’ χει πλούσια τα κουσούρια. Συνήθως ο Νικολός καθόταν μοναχός στην ρεματιά κι εκεί ξημερονοβράδιαζε. Εκεί στην ρεματιά ήταν άλλος κόσμος που πολύ του άρεσε. Ένα βράδυ κάποια φορά τον είχε πάρει η ώρα κι είχε ξεχαστεί, και δεν έλεγε να γυρίσει στο σπίτι. Πρόβαλε και το φεγγάρι, μισοφέγγαρο, μα πολύ φωτερό, βγήκε κι άπλωσε στα δέντρα και κατέβηκε ως τη ρεματιά. Μια ασημένια καταχνιά φούσκωσε κι ανέβηκε από τη νεροσυρμή κι έσμιξε με του φεγγαριού το ασπρογάλιασμα. Σώπασαν και τα βατράχια κι ο κούκος, σώπασαν και τα τριζόνια, χύθηκε μια βουβαμάρα πνιχτή. Κι όλάξαφνα ξέσπασαν κάτι γέλια. Κρούσταλα γέλια, χάχανα, σαν νερά που πέφτουνε από βράχια. Ξαφνιάστηκε ο Νικολός. Μα, δεν πρόλαβε. Ανάμεσα στις φυλλωσιές, λες κι έπηξαν τ’ ασήμια κι οι χρυσαφένιες αχτίδες, να, οι νεραΐδες, δυό νεραΐδες. δυό καλοκυρές. Πάει ο Νικολός του κόπηκε η λαλιά. Σκύβει, κρύβεται, αργά είναι, πολύ αργά. Του πήραν την λαλιά του. Κι ίσως και να τον άγγιξαν. Πασκίζει να σαλέψει, μολύβι τα ποδάρια του. «Πάτερ...» φώναξε. Κι ύστερα αναθυμήθηκε τι του ‘χανε πει, αν λάχει και συναντήσει ξωτικές. «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς…¨». Τίποτε οι ξωτικές. Ανεμικά είναι και χορεύουνε, ακροπατούνε στα νερά και παίζουνε και λούζονται. Μόνο το πέπλο το λευκό ανεμίζει στο κεφάλι τους. Και τα μακριά χρυσά μαλλιά… Πώ, πώ, ξέχασε ο Νικολός να σταυροκοπηθεί!...Γρήγορα-γρήγορα κάνει τον σταυρό του…Ώχ, ώχ, οι ξωτικές θυμώσανε . αρπάνε πέτρες, ξύλα και του τα πετάνε Μήτε λαλιά ο Νικολός, μηδέ και βήμα να κάνει. Το κεφάλι του Νικολού γυρνά, η καταχνιά σκορπάει…πώ, πώ , νύχτα-μεσάνυχτα θα ΄ναι τώρα…Σηκώνεται και νιώθοντας μονομιάς τα ποδάρια του λυμένα, ροβολάει τον κατήφορο. Πέντε- έξη νύχτες πέρασαν ώσπου ο Νικολός ξανάβρε τα λογικά του, όσο μπορεί να τα βρει ένας αλαφροισκιωτος, ένας νεραϊδοπαρμένος

ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΑΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΡΕΝΤΙΝΑ ΑΓΡΑΦΩΝ

ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΑΝΤΑ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΦΑΝΤΑΖΕΙ ΑΠΙΘΑΝΟ, ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΘΑ ΣΥΜΒΕΙ... Κατά πως τα μολογούσαν οι πολύ γέροντες Ρεντινιώτες και αυτά πέρασαν από στόμα σε στόμα, μια θαυμάσια αμαρτύρητη παράδοση που καλύπτεται από τον γοητευτικό παραμυθιακό μανδύα, κάτι ανάμεσα στον θρύλο και την γοητεία του υπερφυσικού είναι και τα γεγονότα τούτα. Έχει να το λέει ο λόγος ο παλιός, πως πριν πολλά χρόνια ήρθε ένας χειμώνας φοβερός κι ακούραστος, πέσανε πάρα πολλά χιόνια, κανένας δεν θυμόταν τέτοιο χειμώνα πεισματάρη. Ήταν στην καρδιά του βαρύ χειμώνα, στα μέσα του Γενάρη περίπου, όταν τα χιόνια σαν να το ζώσανε το χωριό κι όλο τον τόπο γύρω, κατάλευκα σεντόνια, κλείσανε τον κόσμο και τ’ αγρίμια πεινασμένα κατέβηκαν απ’ τις ερημιές. Μέρα μεσημέρι και τα ’βλεπες από το χωριό, πέρα στην κατάλευκη πλαγιά να μαυρολογάνε. Πότε-πότε τρία, πότε τέσσερα μαζί, πότε κοπάδι τριάντα-σαράντα, βαδίζανε σκυφτά, στέκονταν, μύριζαν χάμω, ξάφνου πιλαλούσαν πέρα, στέκονταν πάλι και οσφραινόταν τον αέρα. Την νύχτα δεν τα ’βλεπες, μα τ’ άκουγες που ούρλιαζαν και μούγκριζαν. Λύκοι ήταν τα πιο πολλά, που πλάκωσαν πεινασμένοι- κοπάδι. Θα ’ταν πενήντα, θα ’ταν εκατό! ποιος να ξέρει. Χτυπάνε αμέσως γοργά, δυνατά και ακατάστατα όλες οι καμπάνες, πετιέται ο κόσμος στο ποδάρι, τότε έπρεπε να δεις τον ξέφρενο τρόμο που σα σπασμός ανατάραξε όλον τον κόσμο. Αχολογάει ο τόπος όλος, κιντύνεψε το χωριό. Αρματώθηκαν λοιπόν όλοι οι άντρες και βγήκαν να τους κυνηγήσουνε. Η νύχτα ήταν σιγαλή κι η νέκρα του χιονιού βασίλευε πάνω στα βουνά και τα γύρω κατατόπια και ξάφνου μονομιάς ακούστηκε ωσάν απόμακρο βούισμα το γαύγισμα των λύκων. Ξύπνησε το χωριό και όλο σίμωνε το γαυγιτό και το ουρλιαχτό. Θα ’ταν πολλοί, εκατοντάδες λύκοι. Οι άντρες, μικροί μεγάλοι, πήρανε τ’ άρματα, ντουφέκια, ακονισμένα μαχαίρια, δρεπάνια, δίκρανα, τσεκούρια και στειλιάρια. Όλοι στο πόδι, πιάσανε τα γύρω στο χωριό και καρτερούσαν. Φεγγάρι δεν είχε κείνη τη νύχτα, μα ήταν τόσα τα χιόνια που ασπρογάλιζε ο κόσμος και ξαφνικά τηρώντας κατά τα ουρλιαχτά, οι χωριανοί ξανοίγουν πέρα σαλέματα αγριμιών και πηγαινέλα. Μείνανε κάμποσοι στο καρτέρι ολόγυρα από το χωριό, μη λάχει και πλακώσουν αναπάντεχα απ’ αλλού άλλα κοπάδια, κι οι ποιο πολλοί μαζεύτηκαν εκεί όπου ακουγόταν τα ουρλιαχτά, εκεί που σάλευαν οι ίσκιοι. Σύγκαιρα τα γυναικόπαιδα φέρνουν ξύλα και φρύγανα και αμέσως ανάβουνε φωτιές γύρω τριγύρω στο χωριό. Κι έβλεπες ετούτο το όμορφο πράμα: όλοι οι γέροι κι όλα τα παλικάρια, έβλεπες να γυαλίζουνε τα μάτια τους από την ταραχή, μια άγρια ταραχή, γιατί κρατούσαν τ’ άρματα στα χέρια και θα τα δουλεύανε. Γυρεύανε να ξεσπάσουν, να βαρέσουν. Γεννημένοι ήταν για πάλεμα, για τον πόλεμο. Ήρθαν και στάθηκαν μπροστά από τις φωτιές, για να φυλάξουν τις γυναίκες τους και τα ζωντανά τους στα σπίτια. Κι όταν τα πρώτα αγρίμια, κύμα σωστό, ετοιμαζόταν να χιμήξει καταπάνω τους λυσσασμένα, ασάλευτοι αυτοί τα σημαδεύανε στο σωρό, στρώνοντας χάμω δε πέντε-δέκα τους κόψανε στην ορμή τους και τα σταμάτησαν. Δέκα φορές πιο άγρια γινήκανε τώρα τα ουρλιαχτά. Στα πρώτα αγρίμια που κοντοστάθηκαν φοβισμένα, ήρθαν και πέσανε από πάνω άλλα αγρίμια, κι ύστερα άλλα κι άλλα απανωτά, που σπρώχνανε το ένα τ’ άλλο. Χιμάνε τώρα, δύο και τρεις φορές πιο πολλά από πριν, μα οι αρματωμένοι χωριανοί μας ατράνταχτοι τα περιμένουν. Δουλεύουν σκληρά τ’ άρματα, ο αντίλαλος παίρνει κι ανακατώνει το τουφεκίδι με τα ουρλιαχτά κάτω στη ρεματιά. Το χιόνι καθρεπτίζει ανάκατα, ίσκιος, αίματα και λάμψεις ντουφεκιών και λίγο πίσω οι μεγάλες φωτιές σκορπούνε φωτερά δεμάτια από πορτοκαλιές ανταύγειες και απέραντες καπνισμένες σκιές χοροπηδάνε στα γύρω. Κι έγινε και τ’ άλλο το απίθανο κι ανήκουστο και τραγικά κωμικό. Αφού αφήσανε τ’ αγρίμια να γιουρσέψουνε κάπου έξι- επτά φορές και κάθε φορά τα προσδέχονταν με τα φλογάτα βόλια, στρώνοντας χάμω κάμποσα νέκρα και λαβωμένα, μέσα σε κείνο το τρομερό το σαματά και τα ουρλιάσματα, αρπάξανε τότε οι χωριανοί κάτι μεγάλα δαυλιά που λαμπάδιαζαν ολόλαμπρα και κρατώντας με το άλλο χέρι το ντουφέκι ή το μαχαίρι, χιμήξανε αλαλάζοντας καταπάνω στους αγριεμένους λύκους. Γίνηκε πόλεμος σωστός, εκεί να δεις αντάρα, τα ’χασαν οι λύκοι. Βλέπουν τις φλόγες που τρέχουν καταπάνω τους, ακούνε τις φωνές, νιώθουνε τα βόλια ή το μαχαίρι να τους καίει τα σωθικά και μπερδεύονται, κάνουνε να δαγκώσουν, μα είναι πια αργά. Που να σας τα μολογάω, τους φάγανε οι Ρεντινιώτες τους λύκους, όσοι απομείνανε -περίπου οι μισοί- το βάλανε στα πόδια ουρλιάζοντας και τρέχουνε, τρέχουνε, χάθηκαν, πάνε… Αργά, μεσάνυχτα κοντά, σβήνουν σε λίγο σιγά σιγά κι οι φωτιές που ’χαν ανάψει γύρω στο χωριό, μόνο τ’ αποκαΐδια μείνανε. Σβήσανε έπειτα τα λυχνάρια μεσ’ τα σπίτια, τους άντρες τους νίκησε η νύστα, πλάγιασαν κατακουρασμένοι και διπλοτριπλοκοιμήθηκαν, κι απόμειναν ψηλοκρεμασμένα τ’ άστρα. Έτσι πέρασε εκείνος ο φοβερός βαρύς χειμώνας, που κράτησε πάνω από τέσσερες μήνες. Κι ύστερα από εκείνη την μεγάλη βαρυχειμωνιά, ξεθύμανε αυτός ο χειμώνας, οι μέρες γλύκαναν ήρθε άνοιξη. Άνοιξε ο καιρός και λυώσαν τα πολλά χιόνια στις ράχες και στα ριζά, ξανάρχισε η ζωή, άρχισαν τότε οι Ρεντινιώτες να σκορπάνε στα χωράφια τους ή να βοσκήσουνε τα γιδοπρόβατα τους. Έλαχε ακόμα εκείνη την χρονιά το καλοκαίρι να ’ρθει βιαστικό. Τόσο βιαστικό που παραγκώνισε μια ώρα αρχύτερα την άνοιξη, πολύ πριν τα τέλη του Μάη και συνέβηκε ένα ακόμη πιο παράξενο. Κάποιο κοντόβραδο του Μάη μήνα, ένας λεβεντονιός ο Γιαννούλας, θα ’ταν δεν θα ’ταν καμιά εικοσαριά χρονών, βοσκούσε τα γιδοπρόβατα του πάνω στην Αγγελίνα, καθώς ετοιμαζότανε να κινήσει πίσω για το χωριό, ακούει ένα μουγκρητό, κάτι σαν μουγκανητό από γελάδι. Γυρνάει και βλέπει στ’ ακρόχελο του δάσους ένα ελάφι, όχι, μάλλον ζαρκάδι ήταν δεν έχει κέρατα, μα πάλι σαν πολύ μεγάλο έμοιαζε για ζαρκάδι. Το ελάφι λοιπόν κοντοστεκόταν, αυτιαζότανε, ύστερα έτρεξε λίγο κι ήρθε πιο κοντά και στάθηκε πάλι κι όρθωσε λίγο το κεφάλι. Ναι, ναι, ελαφίνα είναι!, κι είναι μόνη, έτοιμη για να πηδήξει, πέρα να φύγει, αστραπή. Μα αυτή έσκυψε και βάλθηκε να βοσκάει ανέγνοιαστα… Το βοσκόπουλο δεν σάλεψε, κοίταζε. Τον είχε γοητεύσει το πανέμορφο ζώο. Κι όχι τόσο η ομορφιά του, όσο εκείνο το αθώο κάτι, το φοβισμένο πού έχει. Το νιώθεις όλο νεύρο, προσέχει, φυλάγεται, τεντωμένο ολάκερο απ’ την κορφή ως τα νύχια, μόλις ακούσει το παραμικρό να πηδήσει πέρα… Μα να, μονομιάς τι ν’ άκουσε η ελαφίνα μας; Πετάγεται ως τρεις οργιές μακριά και σαν βέλος χάθηκε, καπνός, κι έσβησε μέσ’ στ’ απόσκια… Ύστερα σουρούπωσε, στ’ απόσωσμα της μέρας πριν γείρει για τα καλά ο ήλιος, πήρε τον κατήφορο αλαφροπατώντας και λίγο πιο κάτω ροβολώντας για το χωριό το βοσκόπουλο, συνεπαρμένο και μερακλωμένο σιγοτραγουδούσε: Όλα τα λάφια βόσκουνε κι όλα δροσολογιόνται… και μια λαφίνα μοναχή δεν πάει κοντά με τα άλλα, μόνο, στ’ απόσκια περπατεί, τ’ απόζερβα ανεβαίνει, κι όπου βρει γάργαρο νερό σκύβει και το πίνει… Αγαπούνε από παλιά την Ρεντίνα τα ελάφια και τ’ αγαπούνε κι οι Ρεντινιώτες περίσσια τα πανέμορφα τούτα ζωντανά. Στην Ρεντίνα κάποτε συνέβηκε κι αυτό, γιατί στον τόπο της πάντοτε ζούνε ελάφια!

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2020

Ο ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΗΣ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ


Για να θυμηθούμε κάτι από το βιβλίο μου....


Ο ΚΟΤΣΑΜΠΑΣΗΣ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ ΤΣΟΛΑΚΟΓΛΟΥ

Μέσα στο χωριό της Ρεντίνας, από τα παλιά ο ίσκιος της ζωής του μεγάλου άρχοντα Τσολάκογλου βαραίνει ακόμη. Την παλιά εποχή εκείνη το κοτζαπασηλίκι είχε το προβάδισμα στην Ρεντίνα, πρώτη κωμόπολη των Αγράφων Η μικρή κοινωνία των φαραγγιών των Αγράφων στη Ρεντίνα, μια κοινωνία σκληροτράχηλων ορεσιβίων, προστατευμένη από τα σουλτανικά προνόμια που είχε εξασφαλίσει για το χωριό του ο κοτζαμπάσης Τσολάκογλου και η φιλία του με τον Αλή Πασά, παρουσίασε στους χρόνους της Τουρκοκρατίας μερικές ιδιαιτερότητες. Ο Δημήτρης Τσολάκογλου, μοναχοπαίδι του κεφαλοχωρίτη άρχοντα, της παλιάς δυνατής φαμίλιας του Γεωργίου Τσολάκογλου, κληρονόμησε απ’ τον πατέρα του μεγάλη περιουσία. Ο πατέρας του κοτζαμπάση Τσολάκογλου ανήκε σε παλιά αριστοκρατική οικογένεια με μεγάλη περιουσία στην Κωνσταντινούπολη και επέλεξε γύρω στα 1700 να ζήσει στα ορεινά και απάτητα από τους Τούρκους Άγραφα. Ο αφέντης και Κοτζαμπάσης Τσολάκογλου, ήταν όμορφος άντρας, στιβαρός, με μορφή συμπαθητική, εύστροφος, έξυπνος και πονηρός, το ντύσιμο του ήταν άψογο -χούι του αρχοντικό- και τα χέρια του μύριζαν πάντα λεβάντα. Παντρεύτηκε και πήρε γυναίκα του την όμορφη και πλούσια κόρη του άρχοντα Χατζαίου προεστού του Μαυρίλου Φθιώτιδας. Αυστηρός και πιεστικός, δόγμα και πρόγραμμα του: όλα τ’ άψυχα ιδιοκτησία του, κι όλα που ’χαν ψυχή, στην δούλεψη του. Το αίσθημα του ευδαιμονισμού κυβερνούσε την ψυχή του κοτζαμπάση Δημήτρη Τσολάκογλου, έβρισκε την ευτυχία στον πλούτο και γενικά στην δική του κατάσταση. Όλα ήταν καλά γι’ αυτόν στον κόσμο τούτο, όπως τα’ φτιάξε ο Θεός. Έτσι έχουν να λένε. Το σπίτι του στη Ρεντίνα, ήταν σαν κάστρο απ’ έξω, παλάτι από μέσα. Κάστρο με τα ψηλά τείχη και τα μικρά του παράθυρα, που αρχινούσαν απ’ το δεύτερο πάτωμα, σαν στενές πολεμίστρες. Υπηρέτες, παραγιοί, παρακόρες και παραδουλεύτρες κυκλοφορούσαν συνεχώς στην αυλή και άλογα πλουσιοσελωμένα, που ρουθούνιζαν τον αέρα και χλιμίντριζαν χτυπώντας το λιθόστρωτο με τις όπλες τους, μουλάρια φορτωμένα κι άλλα ξεφόρτωτα. Η μέσα πόρτα του πύργου δεν έκλεινε ποτέ. Η έξω έκλεινε μόνο τη νύχτα, με διπλές βαριές αμπάρες. Ο πύργος αυτός πυρπολήθηκε το 1822 από τον Καραϊσκάκη για στρατηγικούς λόγους, ώστε να μην αποτελεί κατάλυμα και αμυντικό προμαχώνα των Τούρκων. Ο μεγαλοκοτζαμπάσης χαιρόταν την αρχοντική και πλούσια ζωή του στο κονάκι του, χωρίς να ζητήσει από το ριζικό τίποτε περισσότερο. Το μοναδικό του πάθος, οι γυναίκες, το ικανοποιούσε με το παραπάνω, χάρη στο χρήμα και τη δύναμη του. Θα ήταν δύσκολο και αρκετά επικίνδυνο στον πατέρα ή το σύζυγο, να θυμώσει για την τιμή που ’κανε ο άρχοντας στην κόρη ή την γυναίκα του. Τίποτε τέτοιο δεν έγινε όμως ποτέ με τον Τσολάκογλου, που απέφευγε συστηματικά τα θηλυκά των τζαναμπέτηδων αρσενικών, βαριόταν τις μπλεξούρες. Η μετρημένη απλοχεριά του, η αρχοντιά και η ομορφάδα του παρουσιαστικού του, τον έκανε συμπαθέστατο σ’ όλο τον κόσμο. Στάθηκε χρήσιμος και η ζωή του δεν πέρασε ανωφέλευτη απ’ τη γη, σαν διοικητής δε, δείχθηκε σκληρός, προνοητικός και διπλωμάτης. Με τους Τούρκους τα ’χε πολύ καλά, κρατούσε σχέσεις φιλικές, ικανοποιώντας με άφθονα πεσκέσια και δοσίματα την πλεονεξία τους, κι εκείνοι τον άφηναν ήσυχο στο καματερό του. Όταν ο Αλή Πασάς, βλέποντας τον τόσο υποταχτικό του καλόβολο, του πρότεινε να συνεργαστεί στενότερα με την διοίκηση, για να χτυπηθεί η κλεφτουριά, που λυμαινόταν τα Άγραφα. Για το ρωμαίικο δεν πολυνιαζόταν ο Τσολάκογλου, μόνο που η μπόρα του ξεσηκωμού θα παρέσερνε κι αυτόν και την ευτυχία του. Έβλεπε κιόλας τι στέρνα του αδειανή, το κονάκι του πυρπολημένο, τα κτήματα του κουρσεμένα, την Τσολάκινα στο χαρέμι κάποιου πασά και τον εαυτό του κρεμασμένο σ’ ένα πλάτανο στη Λάρισα. Γιατί ας το πούμε κι αυτό. Ο κοτζαμπάσης διοικούσε την Ρεντίνα και την γύρω περιοχή με μεγάλη αυστηρότητα Τόσο αυστηρά που έφτασε σ’ ένα τυπικό αμείλικτων, άγραφων νόμων. Έπρεπε να γίνεται πάντα το δικό του. Μια από τις ιστορίες, η πιο χαρακτηριστική για την εποχή του είναι η παρακάτω: Από τον κεντρικό δρόμο της Ρεντίνας δεν μπορούσε να περάσει παρακατιανός (άνθρωπος του λαού), όταν κάθονταν εκεί το αρχοντολόι, οι προεστοί και οι πρώτοι του τόπου. Λέγεται ότι ο Τσολάκογλου ντυμένος με τ’ ακριβά τα ρούχα του, όλο ομορφιά και καμάρι-είχε μίαν απερίγραπτη ευαισθησία στο ντύσιμο του-, καθόταν ένα πρωινό με τους άλλους προεστούς της Ρεντίνας στον πλάτανο της κεντρικής πλατείας του χωριού. Όσο καθόταν εκεί στον πλάτανο οι προεστοί και οι πρωτόγεροι, κι όλοι με τ’ ασημένια μαλλιά, κανένας του λαού δεν είχε το δικαίωμα να περάσει από τον δρόμο της πλατείας. Έπρεπε να λοξοδρομήσει. Κάποτε έγινε και τούτο το παράξενο και περίεργο, ένα παλικαρόπουλο ίσαμε κει πάνω, καμιά εικοσιπενταριά χρονών, ο Θωμάς Καντάρας τ’ όνομα του, απεφάσισε να πατήσει κείνο το πρωινό τον άγραφο νόμο. Πέρασε μπρος από τους προεστούς. Κατάπληκτοι στέκονταν οι γέροντες, όταν ο Τσολάκογλου σηκώθηκε απάνω και φώναξε τον Ρεντίνα. Ο νεαρός πλησίασε και τότε με μια γροθιά ο προεστός τον έριξε καταγής. «Να δεις κι εγώ με τι τρόπο θα σε χτυπήσω» είπε το παλικάρι στον προεστό. Έφυγε αμέσως στο βουνό, ενώθηκε με τον αρχιληστή Γκολέκα και του είπε το σχέδιο του. Τον χινόπωρο του 1802 ο ληστής μαζί με τον Θωμά Καντάρα, κατέβηκαν στην Ρεντίνα και άρπαξαν την κοτζαμπασίνα Τσολάκινα. Σαν φτάσανε οι ληστές στα λημέρια τους, ζυγίσανε την αρχόντισσα και στείλανε μήνυμα στον Τσολάκογλου: πενήντα έξη πουγκιά, δηλαδή πεντακόσιες οκάδες ασήμι γύρευαν για λίτρα - είκοσι οκτώ χιλιάδες ασημένια γρόσια. Ο κοτζαμπάσης Τσολάκογλου πρόσταξε να μην κυνηγήσει κανένας τους ληστές, για να μαζέψει το ασήμι που του γύρευαν αναγκάστηκε να δανειστεί από φίλους του και να πουλήσει τα τσιφλίκια του που είχε στον Πύργο Ιθώμης, στους πρόποδες της οροσειράς των Αγράφων. Δώσανε λοιπόν το ασήμι στους ληστές και πήραν την αρχόντισσα γυναίκα. Όλα τα καλά, ωστόσο, έχουν ένα τέλος. Ύστερα από καιρό βλέπεις πανάρχαια ιστορία, ο άνθρωπος το ’χει έτσι να κυνηγά την μοίρα του, ν’ ακολουθεί το πεπρωμένο του. Ο κοτζαμπάσης Τσολάκογλου με εντολή του Χουρσίτ Πασά, απαγχονίστηκε στην Λάρισα στις 8 Ιούλη του 1822. Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 3

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2019

Η ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ ΜΑΣ


Στα πολύ παλιά χρόνια- η γενεαλογία μας

Στο κέντρο της χώρας των Ελλήνων ο κύκλος του χρόνου και των εποχών, σχημάτισε ένα πολυγωνικό χώρο την Θεσσαλία. Στο πολύγωνο τούτο χώρεσαν λαοί, πολιτισμοί, η ακμή και η παρακμή. Χώρε-σαν τα πάντα. Η Θεσσαλική γη, αυτή η ευλογημένη, καθώς ήταν από τις θεότητες της φύσης, φιλοξένησε θεούς, ημίθεους, γενάρχες, ήρωες και απλούς θνητούς, ενέπνευσε τους ωραιότερους μύθους και έγραψε τις δυνατότερες ιστορίες. Στην Θεσσαλία βρίσκονται ο Όλυμπος, ο τόπος που έγινε η Τιτανομαχία, η οποία κατέληξε στην επικράτηση του Δωδεκαθέου, ήταν δε οι κορυφές του κατοικία του Δία και των αρχαίων θεών, που διαφέντευαν τις μοίρες των αρχαίων Ελλήνων και η Πίνδος που στην αρχαιότητα θεωρείτο ιερό όρος, αφιερωμένο στον Απόλλωνα και σύμφωνα με την ιστορία, είναι η πρώτη κοιτίδα του Ελληνισμού. Το όνομα Πίνδος το πήρε από τον ομώνυμο ήρωα, γιο του Μακεδόνα, που είχε τρία παιδιά. Τα δύο από αυτά φθονούσαν τον αδελφό τους Πίνδο και αυτός προκειμένου να σώσει την ζωή του έφυγε στο βουνό. Ο Πίνδος στις ατέλειωτες περιπλανήσεις ζούσε με το κυνήγι, συνάντησε δε και γνωρίστηκε με ένα ανθρωπόμορφο δράκο τον Λύγγο και ζούσαν παρέα. Τα αδέλφια του όμως ανακάλυψαν τον τόπο πού έμενε και κάποτε που έλειπε ο δράκος, έφθασαν και κατόρθωσαν να τον εξοντώσουν. Ο δράκος θρήνησε τον Πίνδο και τον έθαψε στο βουνό αυτό. Η Θεσσαλία σαν περιοχή παρουσιάζει σημαντικό ιστορικό ενδιαφέρον και αιώνια ομορφιά. Έχει να επιδείξει μια ολόκληρη σειρά από φυλές και πολιτισμούς, που δημιουργήθηκαν και έζησαν σ’ αυτή. Θεωρείται λίκνο ακόμη των Ελληνικών φυλών και κατοικία των πρώτων Ελλήνων, όπου οι μοναδικές φυσικές ομορφιές της και οι αρχαιότητες, προσδίδουν στην Θεσσαλική γη αίγλη, ανάλογη της λαμπρής της ιστορίας. Κορμός της Ελλάδας η Θεσσαλία, με τα εύφορα εδάφη, τα ποτά-μια, τα δασωμένα βουνά και τις άφθονες πηγές, κατοικείται από τα πανάρχαια χρόνια. Κατά τους κλασικούς χρόνους η Θεσσαλία περιελάμβανε τέσσερες κύριες φυλετικές περιοχές (τετραρχίες), την Πελασγιώτιδα, την Θεσσαλιώτιδα, την Φθιώτιδα και την Εστιαιώτιδα. Στους πρώιμους δε ιστορικούς χρόνους οι κάτοικοι της Θεσσαλοί, ελληνικό φύλλο αρχικά εγκατεστημένο στην οροσειρά της Πίνδου. Πριν ακόμη από την εγκατάσταση αυτών προγενέστερα ελληνικά φύλλα Μινύες, Λαππιθείς, Μαγνήτες, Αχαιοί και Μαλλιείς κατοικούσαν την περιοχή. Πιο πριν ακόμη από την εγκατάσταση αυτών των ελληνικών φύλων, την περιοχή αυτή της Παλιάς Ελλάδας την κατοικούσαν άλλα προωτελληνικά φύλλα όπως, οι Δόλοπες, Αθαμάνες, οι Μυρμιδόνες και οι Φθίοι και κατά τον Θεσσαλικό μυθολογικό κύκλο, προ αυτών κατά τους προϊστορικούς χρόνους οι πανάρχαιοι Προέλληνες Πελασγοί, Λέλεγες και Κάρες. Η προέλευση του ονόματος Θεσσαλία συνδέεται με τον μυθικό ήρωα τον Θετταλό, γιο του Αίμονα. Κατά τους μυθικούς χρόνους άρχοντας της Θεσσαλίας μνημονεύεται ο Άδμητος, βασιλιάς των Φερρών, αυτού του Άδμητου ήταν τα βόδια που έβοσκε ο Απόλλων, προς τιμωρία για τον φόνο των Κυκλώπων. Από τον κήπο της υπέροχης Μυθολογίας που θέλησαν να μας αφήσουν, οι φίλοι και αληθινοί πρόγονοί μας οι Έλληνες, ένα μεγάλο κομμάτι της μυθολογίας και της ιστορίας αναφέρει με την έξοχη αφηγηματική του στην περίφημη «Θεογονία» ο Ησίοδος, ότι πριν από χιλιετίες οι Πελασγοί, κοινό όνομα όλων των προϊστορικών και προκατακλυσμιαίων Ελληνικών φύλων, ήταν ο πανάρχαιος και πρωτοελληνικός λαός, που εγκαταστάθηκε και πρωτοκατοίκησε εδώ στην Θεσσαλία και απετέλεσε την Προελληνική ή Πελασγική Ελλάδα. Ο γενάρχης Πελασγός γιος του Δία και της Νιόβης και πατέρας του Λυκάνοα, που οι γιοι του θυσίασαν μυστικά τον αδελφό τους Νύκτιμο και τον κομμάτιασαν για να τον φτιάξουν σούπα, την οποία και προσέφεραν στον Δία, που είχε μεταμορφωθεί σε φτωχό ταξιδιώτη. Ο Δίας όμως δεν εξαπατήθηκε και η οργή του για τον ξεπεσμό των ανθρώπων ήταν τόσο μεγάλη, επιστρέφοντας στον Όλυμπο αποφάσισε να στείλει ένα μεγάλο κατακλυσμό. Ο Προμηθέας που έμαθε τι σχεδιάζει ο Δίας, ειδοποίησε τον γιο του Δευκαλίωνα, για το τι επρόκειτο να συμβεί και τον συμβούλεψε να φτιάξει μια κιβωτό. Έτσι μετά τον μεγάλο κατακλυσμό στην γη, που έπνιξε τους ανθρώπους, σώθηκε μόνο ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα. Ο Προμηθέας ήταν γιος του Τιτάνα Ιαπετού που ζευγάρωσε με την ωραία Κλυμένη κόρη του Ωκεανού, από το σμίξιμο τούτο γέννησαν τους Τιτάνες, τον ατρόμητο Άτλαντα, τον υπερφίαλο Μενοίτιο, τον επινοητικό Προμηθέα και τον μπερδεμένο (που μαθαίνει εκ των υστέρων) Επιμηθέα. Όταν δε ο Δίας κυριάρχησε, τον Άτλαντα τον έβαλε στην Δύση να βαστά στους ώμους του τον ουρανό, τον Προμηθέα τον κάρφωσε στην Ανατολή και τον Μενοίτιο τον πέταξε με μια αστραπή στα τάρταρα της αβύσσου. Ο Προμηθέας θεωρείτο μεγάλος ευεργέτης του ανθρωπίνου γένους, γιατί έκλεψε την φωτιά από τους θεούς και την έδωσε στους ανθρώπους. Για την κλοπή αυτή τιμωρήθηκε από τον Δία που έδωσε εντολή στον Ήφαιστο και τον κάρφωσε με αλυσίδες σε ένα βράχο του Καυκάσου, όπου ένας αετός ερχόταν κάθε μέρα και του έτρωγε το συκώτι, το οποίο όμως αναγεννιόταν. Τελικά τον Προμηθέα απελευθέρωσε από το μαρτύριο του ο ημίθεος Ηρακλής. Ο Δευκαλίων έγινε βασιλιάς της Φθίας, μιας περιοχής στην Θεσσαλία και είχε γυναίκα του την Πύρρα κόρη του Επιμηθέα και της Πανδώρας, με την οποία απέκτησε τα παιδιά, τον Έλληνα, τον Αμφικτύωνα, την Πρωτογένεια, την Μελανθώ, την Θυία και την Πανδώρα. Η Πανδώρα η μητέρα της Πύρρας κατά την Ελληνική μυθολογία, ήταν η πρώτη γυναίκα που έπλασαν οι θεοί και την προίκισαν με δώρα. Η Αφροδίτη της χάρισε ομορφιά, ο Ερμής γοητεία και οι άλλοι άλλα χαρίσματα, της έδωσαν δε για σύζυγο της τον Επιμηθέα, τον απλοϊκό αδελφό τού Προμηθέα, που είχε κλέψει τη φωτιά από το Όλυμπο για χάρη των ανθρώπων. Ο Προμηθέας προβλέποντας την εκδίκηση των Θεών, συνέστησε στον αδελφό του να μην δεχτεί τα δώρα τους. Την ημέρα του γάμου του Επιμηθέα και της Πανδώρας, ο Δίας χάρισε στο νέο ζευγάρι ένα πανέμορφο κουτί με σφραγισμένο άνοιγμα και με την εντολή να μην το ανοίξουν ποτέ. Η Πανδώρα, αν και ήταν προικισμένη με όλα τα χαρίσματα, πίστεψε ότι μέσα στο κουτί, υπήρχαν δυνάμεις εξ ίσου με την φωτιά και το άνοιξε για να τις γνωρίσει. Οι δυνάμεις που πίστευε ότι βρισκόταν κλεισμένες μέσα στο κουτί αποδείχτηκαν καταστροφικές, αφού αρρώστιες και συμφορές ξεπήδησαν από μέσα και σκορπίστηκαν ανάμεσα στους ανθρώπους, έτσι η φιλοδοξία και η περιέργεια της Πανδώρας, οδήγησε στην τραγωδία του ανθρωπίνου γένους και μόνο η ελπίδα απόμεινε ως αντιστάθμισμα μέσα από το κουτί. Κατά τον μύθο μετά τον κατακλυσμό, ρουθούνι ζωντανό δεν απόμεινε από το ανθρώπινο γένος με κείνη τη νεροποντή. Να κάτσει η Πύρρα να ξαναγεννήσει μια ολόκληρη ανθρωπότητα, πολύ πήγαινε. Ρώτησαν λοιπόν ο Δευκαλίων και η Πύρρα τον Δία, πως θα γίνει να ξαναγοράσει ο κόσμος από ανθρώπινα πλάσματα. Αυτός τους απάντησε μ’ έναν γρίφο: «Να ρίξετε, είπε, πίσω σας τα κόκαλα της μάνας σας». Οι αρχαίοι θεοί κάθε φορά που θέλανε να μιλήσουν με τους ανθρώπους, όλο με τέτοια παραμαντέματα τους παιδεύανε. Αυτοί, μάθανε πια τούτη την ιδιοτροπία των θεών και συνηθίσανε. Κοίταξαν χάμω τις πέτρες, συλλογίστηκαν πως η Γη είναι η μάνα των ανθρώπων και οι πέτρες τα κόκαλα τους. Γιόμισαν λοιπόν την ποδιά τους λιθάρια και τα ρίχνανε πίσω από την πλάτη τους. Θάμα! όσες πέτρες έριχνε ο Δευκαλίων γινόταν άντρες και εκείνες που έριχνε η Πύρρα γινόταν γυναίκες. Έτσι έγινε ένας νέος λαός, άσχετος με τους καθαυτό απογόνους του Δευκαλίωνα και της Πύρρας. Από τον Έλληνα γιο του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, κατά την μυθολογία δημιουργήθηκε η Ελληνική φυλή, αυτός απέκτησε με την νύμφη Ορσηίδα τρεις γιους, τον Αίολο, τον Δώρο και τον Ξούθο τους πρώτους γενάρχες των Ελλήνων. Ο Αίολος βασίλεψε στην Θεσσαλία και οι κάτοικοι της ονομάστηκαν Αιολείς, ο Δώρος βασίλεψε στις περιοχές ανατολικά του Παρνασσού και οι κάτοικοι ονομάστηκαν Δωριείς και ο Ξούθος βασίλεψε στην Πελοπόννησο, έκανε δε δύο γιους τον Αχαιό και τον Ίωνα από τους οποίους οι Αχαιοί και οι Ίωνες πήραν το όνομα τους. Στα επόμενα ιστορικά χρόνια ο μύθος και η ιστορία γίνονται ένα και η μυθολογία αυτή, γίνεται πραγματικό ιστορικό παραμύθι που συνεχίζεται.

ΝΑΚΟΣ ΡΕΝΤΙΝΙΩΤΗΣ


Το θρυλικό πρόσωπο του Νάκου Ρεντινιώτη ή (Μπλαρόγγιαννου) Λέγεται χωρίς να είναι απόλυτα τεκμηριωμένο, ότι γενάρχης της Ρεντίνας, ήταν κάποιος που έφερε το όνομα Ρεντίνας. Πιθανόν να ήταν τσοπάνης και το καλοκαίρι ν’ ανέβαινε με το κοπάδι του στον ορεινό αυτό τόπο και τον βρήκε κατάλληλο να καθίσει οριστικά. Πιθανόν επίσης να ήρθε στα μαχαίρια με κάποιους στα ριζά του κάμπου και για να σώσει το τομάρι του, αναγκάστηκε να φύγει και να έρθει εδώ πάνω σε μικρότερο μέρος, όπου και εγκαταστάθηκε. Όπως και να ’χει το θέμα αυτό, αυτός υπήρξε πρόγονος της θρυλικής προσωπικότητας, φημισμένης για το θάρρος και την παλικαριά, του Νάκου Ρεντινιώτη ή (Μπλαρόγιαννου). Ο Νάκος Ρεντινιώτης απέκτησε το παρανόμι Μπλαρόγιαννος, γιατί στα νεανικά του χρόνια κατέβηκε στον κάμπο, μπροστά και έξω από την Καρδίτσα, στο τσιφλίκι του Οσμάνμπεη που βρισκόταν κοντά στο παλιό τσιφλίκι του Βάργια, όπου έκλεψε δυο καλοζωισμένα μουλάρια και τα οδήγησε στα ορεινά γνωστά του κατατόπια της Ρεντίνας. Είχε καθώς το μολογούσαν λεβεντιά και θάρρος περίσσιο ο Νάκος Ρεντινιώτης και ήταν ευχάριστος στην συμπεριφορά του και γεμάτος καλοσύνη στα ζωντανά του, αφού τον ακολουθούσε πάντα – σαν πιστό σκυλί – ένα μανάρι του (μικρό αρνάκι), που τον αγαπούσε πολύ. Στα μετέπειτα χρόνια, κάποτε του επιτέθηκε ένα βόδι και ήταν έτοιμο να τον ξεκοιλιάσει, όμως ήταν τέτοιο παλικάρι ο Νάκος που το έπιασε με τα χέρια του από τα κέρατα, το ’βαλε κάτω και σφίγγοντας το στο λαιμό με δύναμη υπερβολική κατάφερε να το πνίξει. Ένα ακόμη γλαφυρό επεισόδιο από την πολυτάραχη ζωή του είναι, όταν κάποια φορά που τον κυνηγούσαν οι Τούρκοι γιατί ξεσήκωνε τους Ρεντινιώτες εναντίων τους και αυτοί μανιασμένοι θέλανε να τον ξεκάνουν Καθώς λοιπόν οι Τούρκοι καθοδηγούμενοι από τα αποτυπώματα του αλόγου του πάνω στο χιόνι, ξεκίνησαν να τον πετύχουν στο καλύβι του στην Τσάτσα για να τον συλλάβουν, όμως ο πανούργος Νάκος είχε βάλει τα πέταλα του αλόγου του ανάποδα και φαινόταν ότι πήγαινε προς την Τσάτσα, ενώ αυτός ερχόταν από την Τσάτσα στην Ρεντίνα, έτσι ξεγέλασε λοιπόν τους Τουρκαλάδες και για μια άλλη φορά έσωσε το κεφάλι του. Το πιο σημαντικό γεγονός όμως για αυτόν και για άλλους Ρεντινιώτες που είχαν κτήματα στην Τσάτσα, ήταν όταν οι κάτοικοι γειτονικών χωριών καταπάτησαν τα εύφορα κτήματα τους. Τότε ο Νάκος Ρεντινιώτης κατέδειξε το πιο αξιοθαύμαστο στοιχείο του θάρρους και της παλικαριάς του. Αφού κρέμασε την κάπα του στον στροερό ενός αλωνιού, γύρισε και είπε με δυνατή φωνή στους καταπατητές. «Αύριο που θα ’ρθω να πάρω την κάπα μου να μην βρω κανέναν σας εδώ». Τ’ άκουσαν σιωπηλά με σκυμμένο κεφάλι οι ξενοχωρίτες και πράγματι ο φόβος και ο τρόμος έπιασε τόπο και οι καταπατητές, τα μάζεψαν και έφυγαν εγκαταλείποντας αυτό το εγχείρημα τους.