Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2020

Ο ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΗΣ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ


Για να θυμηθούμε κάτι από το βιβλίο μου....


Ο ΚΟΤΣΑΜΠΑΣΗΣ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ ΤΣΟΛΑΚΟΓΛΟΥ

Μέσα στο χωριό της Ρεντίνας, από τα παλιά ο ίσκιος της ζωής του μεγάλου άρχοντα Τσολάκογλου βαραίνει ακόμη. Την παλιά εποχή εκείνη το κοτζαπασηλίκι είχε το προβάδισμα στην Ρεντίνα, πρώτη κωμόπολη των Αγράφων Η μικρή κοινωνία των φαραγγιών των Αγράφων στη Ρεντίνα, μια κοινωνία σκληροτράχηλων ορεσιβίων, προστατευμένη από τα σουλτανικά προνόμια που είχε εξασφαλίσει για το χωριό του ο κοτζαμπάσης Τσολάκογλου και η φιλία του με τον Αλή Πασά, παρουσίασε στους χρόνους της Τουρκοκρατίας μερικές ιδιαιτερότητες. Ο Δημήτρης Τσολάκογλου, μοναχοπαίδι του κεφαλοχωρίτη άρχοντα, της παλιάς δυνατής φαμίλιας του Γεωργίου Τσολάκογλου, κληρονόμησε απ’ τον πατέρα του μεγάλη περιουσία. Ο πατέρας του κοτζαμπάση Τσολάκογλου ανήκε σε παλιά αριστοκρατική οικογένεια με μεγάλη περιουσία στην Κωνσταντινούπολη και επέλεξε γύρω στα 1700 να ζήσει στα ορεινά και απάτητα από τους Τούρκους Άγραφα. Ο αφέντης και Κοτζαμπάσης Τσολάκογλου, ήταν όμορφος άντρας, στιβαρός, με μορφή συμπαθητική, εύστροφος, έξυπνος και πονηρός, το ντύσιμο του ήταν άψογο -χούι του αρχοντικό- και τα χέρια του μύριζαν πάντα λεβάντα. Παντρεύτηκε και πήρε γυναίκα του την όμορφη και πλούσια κόρη του άρχοντα Χατζαίου προεστού του Μαυρίλου Φθιώτιδας. Αυστηρός και πιεστικός, δόγμα και πρόγραμμα του: όλα τ’ άψυχα ιδιοκτησία του, κι όλα που ’χαν ψυχή, στην δούλεψη του. Το αίσθημα του ευδαιμονισμού κυβερνούσε την ψυχή του κοτζαμπάση Δημήτρη Τσολάκογλου, έβρισκε την ευτυχία στον πλούτο και γενικά στην δική του κατάσταση. Όλα ήταν καλά γι’ αυτόν στον κόσμο τούτο, όπως τα’ φτιάξε ο Θεός. Έτσι έχουν να λένε. Το σπίτι του στη Ρεντίνα, ήταν σαν κάστρο απ’ έξω, παλάτι από μέσα. Κάστρο με τα ψηλά τείχη και τα μικρά του παράθυρα, που αρχινούσαν απ’ το δεύτερο πάτωμα, σαν στενές πολεμίστρες. Υπηρέτες, παραγιοί, παρακόρες και παραδουλεύτρες κυκλοφορούσαν συνεχώς στην αυλή και άλογα πλουσιοσελωμένα, που ρουθούνιζαν τον αέρα και χλιμίντριζαν χτυπώντας το λιθόστρωτο με τις όπλες τους, μουλάρια φορτωμένα κι άλλα ξεφόρτωτα. Η μέσα πόρτα του πύργου δεν έκλεινε ποτέ. Η έξω έκλεινε μόνο τη νύχτα, με διπλές βαριές αμπάρες. Ο πύργος αυτός πυρπολήθηκε το 1822 από τον Καραϊσκάκη για στρατηγικούς λόγους, ώστε να μην αποτελεί κατάλυμα και αμυντικό προμαχώνα των Τούρκων. Ο μεγαλοκοτζαμπάσης χαιρόταν την αρχοντική και πλούσια ζωή του στο κονάκι του, χωρίς να ζητήσει από το ριζικό τίποτε περισσότερο. Το μοναδικό του πάθος, οι γυναίκες, το ικανοποιούσε με το παραπάνω, χάρη στο χρήμα και τη δύναμη του. Θα ήταν δύσκολο και αρκετά επικίνδυνο στον πατέρα ή το σύζυγο, να θυμώσει για την τιμή που ’κανε ο άρχοντας στην κόρη ή την γυναίκα του. Τίποτε τέτοιο δεν έγινε όμως ποτέ με τον Τσολάκογλου, που απέφευγε συστηματικά τα θηλυκά των τζαναμπέτηδων αρσενικών, βαριόταν τις μπλεξούρες. Η μετρημένη απλοχεριά του, η αρχοντιά και η ομορφάδα του παρουσιαστικού του, τον έκανε συμπαθέστατο σ’ όλο τον κόσμο. Στάθηκε χρήσιμος και η ζωή του δεν πέρασε ανωφέλευτη απ’ τη γη, σαν διοικητής δε, δείχθηκε σκληρός, προνοητικός και διπλωμάτης. Με τους Τούρκους τα ’χε πολύ καλά, κρατούσε σχέσεις φιλικές, ικανοποιώντας με άφθονα πεσκέσια και δοσίματα την πλεονεξία τους, κι εκείνοι τον άφηναν ήσυχο στο καματερό του. Όταν ο Αλή Πασάς, βλέποντας τον τόσο υποταχτικό του καλόβολο, του πρότεινε να συνεργαστεί στενότερα με την διοίκηση, για να χτυπηθεί η κλεφτουριά, που λυμαινόταν τα Άγραφα. Για το ρωμαίικο δεν πολυνιαζόταν ο Τσολάκογλου, μόνο που η μπόρα του ξεσηκωμού θα παρέσερνε κι αυτόν και την ευτυχία του. Έβλεπε κιόλας τι στέρνα του αδειανή, το κονάκι του πυρπολημένο, τα κτήματα του κουρσεμένα, την Τσολάκινα στο χαρέμι κάποιου πασά και τον εαυτό του κρεμασμένο σ’ ένα πλάτανο στη Λάρισα. Γιατί ας το πούμε κι αυτό. Ο κοτζαμπάσης διοικούσε την Ρεντίνα και την γύρω περιοχή με μεγάλη αυστηρότητα Τόσο αυστηρά που έφτασε σ’ ένα τυπικό αμείλικτων, άγραφων νόμων. Έπρεπε να γίνεται πάντα το δικό του. Μια από τις ιστορίες, η πιο χαρακτηριστική για την εποχή του είναι η παρακάτω: Από τον κεντρικό δρόμο της Ρεντίνας δεν μπορούσε να περάσει παρακατιανός (άνθρωπος του λαού), όταν κάθονταν εκεί το αρχοντολόι, οι προεστοί και οι πρώτοι του τόπου. Λέγεται ότι ο Τσολάκογλου ντυμένος με τ’ ακριβά τα ρούχα του, όλο ομορφιά και καμάρι-είχε μίαν απερίγραπτη ευαισθησία στο ντύσιμο του-, καθόταν ένα πρωινό με τους άλλους προεστούς της Ρεντίνας στον πλάτανο της κεντρικής πλατείας του χωριού. Όσο καθόταν εκεί στον πλάτανο οι προεστοί και οι πρωτόγεροι, κι όλοι με τ’ ασημένια μαλλιά, κανένας του λαού δεν είχε το δικαίωμα να περάσει από τον δρόμο της πλατείας. Έπρεπε να λοξοδρομήσει. Κάποτε έγινε και τούτο το παράξενο και περίεργο, ένα παλικαρόπουλο ίσαμε κει πάνω, καμιά εικοσιπενταριά χρονών, ο Θωμάς Καντάρας τ’ όνομα του, απεφάσισε να πατήσει κείνο το πρωινό τον άγραφο νόμο. Πέρασε μπρος από τους προεστούς. Κατάπληκτοι στέκονταν οι γέροντες, όταν ο Τσολάκογλου σηκώθηκε απάνω και φώναξε τον Ρεντίνα. Ο νεαρός πλησίασε και τότε με μια γροθιά ο προεστός τον έριξε καταγής. «Να δεις κι εγώ με τι τρόπο θα σε χτυπήσω» είπε το παλικάρι στον προεστό. Έφυγε αμέσως στο βουνό, ενώθηκε με τον αρχιληστή Γκολέκα και του είπε το σχέδιο του. Τον χινόπωρο του 1802 ο ληστής μαζί με τον Θωμά Καντάρα, κατέβηκαν στην Ρεντίνα και άρπαξαν την κοτζαμπασίνα Τσολάκινα. Σαν φτάσανε οι ληστές στα λημέρια τους, ζυγίσανε την αρχόντισσα και στείλανε μήνυμα στον Τσολάκογλου: πενήντα έξη πουγκιά, δηλαδή πεντακόσιες οκάδες ασήμι γύρευαν για λίτρα - είκοσι οκτώ χιλιάδες ασημένια γρόσια. Ο κοτζαμπάσης Τσολάκογλου πρόσταξε να μην κυνηγήσει κανένας τους ληστές, για να μαζέψει το ασήμι που του γύρευαν αναγκάστηκε να δανειστεί από φίλους του και να πουλήσει τα τσιφλίκια του που είχε στον Πύργο Ιθώμης, στους πρόποδες της οροσειράς των Αγράφων. Δώσανε λοιπόν το ασήμι στους ληστές και πήραν την αρχόντισσα γυναίκα. Όλα τα καλά, ωστόσο, έχουν ένα τέλος. Ύστερα από καιρό βλέπεις πανάρχαια ιστορία, ο άνθρωπος το ’χει έτσι να κυνηγά την μοίρα του, ν’ ακολουθεί το πεπρωμένο του. Ο κοτζαμπάσης Τσολάκογλου με εντολή του Χουρσίτ Πασά, απαγχονίστηκε στην Λάρισα στις 8 Ιούλη του 1822. Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 3

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2019

Η ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ ΜΑΣ


Στα πολύ παλιά χρόνια- η γενεαλογία μας

Στο κέντρο της χώρας των Ελλήνων ο κύκλος του χρόνου και των εποχών, σχημάτισε ένα πολυγωνικό χώρο την Θεσσαλία. Στο πολύγωνο τούτο χώρεσαν λαοί, πολιτισμοί, η ακμή και η παρακμή. Χώρε-σαν τα πάντα. Η Θεσσαλική γη, αυτή η ευλογημένη, καθώς ήταν από τις θεότητες της φύσης, φιλοξένησε θεούς, ημίθεους, γενάρχες, ήρωες και απλούς θνητούς, ενέπνευσε τους ωραιότερους μύθους και έγραψε τις δυνατότερες ιστορίες. Στην Θεσσαλία βρίσκονται ο Όλυμπος, ο τόπος που έγινε η Τιτανομαχία, η οποία κατέληξε στην επικράτηση του Δωδεκαθέου, ήταν δε οι κορυφές του κατοικία του Δία και των αρχαίων θεών, που διαφέντευαν τις μοίρες των αρχαίων Ελλήνων και η Πίνδος που στην αρχαιότητα θεωρείτο ιερό όρος, αφιερωμένο στον Απόλλωνα και σύμφωνα με την ιστορία, είναι η πρώτη κοιτίδα του Ελληνισμού. Το όνομα Πίνδος το πήρε από τον ομώνυμο ήρωα, γιο του Μακεδόνα, που είχε τρία παιδιά. Τα δύο από αυτά φθονούσαν τον αδελφό τους Πίνδο και αυτός προκειμένου να σώσει την ζωή του έφυγε στο βουνό. Ο Πίνδος στις ατέλειωτες περιπλανήσεις ζούσε με το κυνήγι, συνάντησε δε και γνωρίστηκε με ένα ανθρωπόμορφο δράκο τον Λύγγο και ζούσαν παρέα. Τα αδέλφια του όμως ανακάλυψαν τον τόπο πού έμενε και κάποτε που έλειπε ο δράκος, έφθασαν και κατόρθωσαν να τον εξοντώσουν. Ο δράκος θρήνησε τον Πίνδο και τον έθαψε στο βουνό αυτό. Η Θεσσαλία σαν περιοχή παρουσιάζει σημαντικό ιστορικό ενδιαφέρον και αιώνια ομορφιά. Έχει να επιδείξει μια ολόκληρη σειρά από φυλές και πολιτισμούς, που δημιουργήθηκαν και έζησαν σ’ αυτή. Θεωρείται λίκνο ακόμη των Ελληνικών φυλών και κατοικία των πρώτων Ελλήνων, όπου οι μοναδικές φυσικές ομορφιές της και οι αρχαιότητες, προσδίδουν στην Θεσσαλική γη αίγλη, ανάλογη της λαμπρής της ιστορίας. Κορμός της Ελλάδας η Θεσσαλία, με τα εύφορα εδάφη, τα ποτά-μια, τα δασωμένα βουνά και τις άφθονες πηγές, κατοικείται από τα πανάρχαια χρόνια. Κατά τους κλασικούς χρόνους η Θεσσαλία περιελάμβανε τέσσερες κύριες φυλετικές περιοχές (τετραρχίες), την Πελασγιώτιδα, την Θεσσαλιώτιδα, την Φθιώτιδα και την Εστιαιώτιδα. Στους πρώιμους δε ιστορικούς χρόνους οι κάτοικοι της Θεσσαλοί, ελληνικό φύλλο αρχικά εγκατεστημένο στην οροσειρά της Πίνδου. Πριν ακόμη από την εγκατάσταση αυτών προγενέστερα ελληνικά φύλλα Μινύες, Λαππιθείς, Μαγνήτες, Αχαιοί και Μαλλιείς κατοικούσαν την περιοχή. Πιο πριν ακόμη από την εγκατάσταση αυτών των ελληνικών φύλων, την περιοχή αυτή της Παλιάς Ελλάδας την κατοικούσαν άλλα προωτελληνικά φύλλα όπως, οι Δόλοπες, Αθαμάνες, οι Μυρμιδόνες και οι Φθίοι και κατά τον Θεσσαλικό μυθολογικό κύκλο, προ αυτών κατά τους προϊστορικούς χρόνους οι πανάρχαιοι Προέλληνες Πελασγοί, Λέλεγες και Κάρες. Η προέλευση του ονόματος Θεσσαλία συνδέεται με τον μυθικό ήρωα τον Θετταλό, γιο του Αίμονα. Κατά τους μυθικούς χρόνους άρχοντας της Θεσσαλίας μνημονεύεται ο Άδμητος, βασιλιάς των Φερρών, αυτού του Άδμητου ήταν τα βόδια που έβοσκε ο Απόλλων, προς τιμωρία για τον φόνο των Κυκλώπων. Από τον κήπο της υπέροχης Μυθολογίας που θέλησαν να μας αφήσουν, οι φίλοι και αληθινοί πρόγονοί μας οι Έλληνες, ένα μεγάλο κομμάτι της μυθολογίας και της ιστορίας αναφέρει με την έξοχη αφηγηματική του στην περίφημη «Θεογονία» ο Ησίοδος, ότι πριν από χιλιετίες οι Πελασγοί, κοινό όνομα όλων των προϊστορικών και προκατακλυσμιαίων Ελληνικών φύλων, ήταν ο πανάρχαιος και πρωτοελληνικός λαός, που εγκαταστάθηκε και πρωτοκατοίκησε εδώ στην Θεσσαλία και απετέλεσε την Προελληνική ή Πελασγική Ελλάδα. Ο γενάρχης Πελασγός γιος του Δία και της Νιόβης και πατέρας του Λυκάνοα, που οι γιοι του θυσίασαν μυστικά τον αδελφό τους Νύκτιμο και τον κομμάτιασαν για να τον φτιάξουν σούπα, την οποία και προσέφεραν στον Δία, που είχε μεταμορφωθεί σε φτωχό ταξιδιώτη. Ο Δίας όμως δεν εξαπατήθηκε και η οργή του για τον ξεπεσμό των ανθρώπων ήταν τόσο μεγάλη, επιστρέφοντας στον Όλυμπο αποφάσισε να στείλει ένα μεγάλο κατακλυσμό. Ο Προμηθέας που έμαθε τι σχεδιάζει ο Δίας, ειδοποίησε τον γιο του Δευκαλίωνα, για το τι επρόκειτο να συμβεί και τον συμβούλεψε να φτιάξει μια κιβωτό. Έτσι μετά τον μεγάλο κατακλυσμό στην γη, που έπνιξε τους ανθρώπους, σώθηκε μόνο ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα. Ο Προμηθέας ήταν γιος του Τιτάνα Ιαπετού που ζευγάρωσε με την ωραία Κλυμένη κόρη του Ωκεανού, από το σμίξιμο τούτο γέννησαν τους Τιτάνες, τον ατρόμητο Άτλαντα, τον υπερφίαλο Μενοίτιο, τον επινοητικό Προμηθέα και τον μπερδεμένο (που μαθαίνει εκ των υστέρων) Επιμηθέα. Όταν δε ο Δίας κυριάρχησε, τον Άτλαντα τον έβαλε στην Δύση να βαστά στους ώμους του τον ουρανό, τον Προμηθέα τον κάρφωσε στην Ανατολή και τον Μενοίτιο τον πέταξε με μια αστραπή στα τάρταρα της αβύσσου. Ο Προμηθέας θεωρείτο μεγάλος ευεργέτης του ανθρωπίνου γένους, γιατί έκλεψε την φωτιά από τους θεούς και την έδωσε στους ανθρώπους. Για την κλοπή αυτή τιμωρήθηκε από τον Δία που έδωσε εντολή στον Ήφαιστο και τον κάρφωσε με αλυσίδες σε ένα βράχο του Καυκάσου, όπου ένας αετός ερχόταν κάθε μέρα και του έτρωγε το συκώτι, το οποίο όμως αναγεννιόταν. Τελικά τον Προμηθέα απελευθέρωσε από το μαρτύριο του ο ημίθεος Ηρακλής. Ο Δευκαλίων έγινε βασιλιάς της Φθίας, μιας περιοχής στην Θεσσαλία και είχε γυναίκα του την Πύρρα κόρη του Επιμηθέα και της Πανδώρας, με την οποία απέκτησε τα παιδιά, τον Έλληνα, τον Αμφικτύωνα, την Πρωτογένεια, την Μελανθώ, την Θυία και την Πανδώρα. Η Πανδώρα η μητέρα της Πύρρας κατά την Ελληνική μυθολογία, ήταν η πρώτη γυναίκα που έπλασαν οι θεοί και την προίκισαν με δώρα. Η Αφροδίτη της χάρισε ομορφιά, ο Ερμής γοητεία και οι άλλοι άλλα χαρίσματα, της έδωσαν δε για σύζυγο της τον Επιμηθέα, τον απλοϊκό αδελφό τού Προμηθέα, που είχε κλέψει τη φωτιά από το Όλυμπο για χάρη των ανθρώπων. Ο Προμηθέας προβλέποντας την εκδίκηση των Θεών, συνέστησε στον αδελφό του να μην δεχτεί τα δώρα τους. Την ημέρα του γάμου του Επιμηθέα και της Πανδώρας, ο Δίας χάρισε στο νέο ζευγάρι ένα πανέμορφο κουτί με σφραγισμένο άνοιγμα και με την εντολή να μην το ανοίξουν ποτέ. Η Πανδώρα, αν και ήταν προικισμένη με όλα τα χαρίσματα, πίστεψε ότι μέσα στο κουτί, υπήρχαν δυνάμεις εξ ίσου με την φωτιά και το άνοιξε για να τις γνωρίσει. Οι δυνάμεις που πίστευε ότι βρισκόταν κλεισμένες μέσα στο κουτί αποδείχτηκαν καταστροφικές, αφού αρρώστιες και συμφορές ξεπήδησαν από μέσα και σκορπίστηκαν ανάμεσα στους ανθρώπους, έτσι η φιλοδοξία και η περιέργεια της Πανδώρας, οδήγησε στην τραγωδία του ανθρωπίνου γένους και μόνο η ελπίδα απόμεινε ως αντιστάθμισμα μέσα από το κουτί. Κατά τον μύθο μετά τον κατακλυσμό, ρουθούνι ζωντανό δεν απόμεινε από το ανθρώπινο γένος με κείνη τη νεροποντή. Να κάτσει η Πύρρα να ξαναγεννήσει μια ολόκληρη ανθρωπότητα, πολύ πήγαινε. Ρώτησαν λοιπόν ο Δευκαλίων και η Πύρρα τον Δία, πως θα γίνει να ξαναγοράσει ο κόσμος από ανθρώπινα πλάσματα. Αυτός τους απάντησε μ’ έναν γρίφο: «Να ρίξετε, είπε, πίσω σας τα κόκαλα της μάνας σας». Οι αρχαίοι θεοί κάθε φορά που θέλανε να μιλήσουν με τους ανθρώπους, όλο με τέτοια παραμαντέματα τους παιδεύανε. Αυτοί, μάθανε πια τούτη την ιδιοτροπία των θεών και συνηθίσανε. Κοίταξαν χάμω τις πέτρες, συλλογίστηκαν πως η Γη είναι η μάνα των ανθρώπων και οι πέτρες τα κόκαλα τους. Γιόμισαν λοιπόν την ποδιά τους λιθάρια και τα ρίχνανε πίσω από την πλάτη τους. Θάμα! όσες πέτρες έριχνε ο Δευκαλίων γινόταν άντρες και εκείνες που έριχνε η Πύρρα γινόταν γυναίκες. Έτσι έγινε ένας νέος λαός, άσχετος με τους καθαυτό απογόνους του Δευκαλίωνα και της Πύρρας. Από τον Έλληνα γιο του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, κατά την μυθολογία δημιουργήθηκε η Ελληνική φυλή, αυτός απέκτησε με την νύμφη Ορσηίδα τρεις γιους, τον Αίολο, τον Δώρο και τον Ξούθο τους πρώτους γενάρχες των Ελλήνων. Ο Αίολος βασίλεψε στην Θεσσαλία και οι κάτοικοι της ονομάστηκαν Αιολείς, ο Δώρος βασίλεψε στις περιοχές ανατολικά του Παρνασσού και οι κάτοικοι ονομάστηκαν Δωριείς και ο Ξούθος βασίλεψε στην Πελοπόννησο, έκανε δε δύο γιους τον Αχαιό και τον Ίωνα από τους οποίους οι Αχαιοί και οι Ίωνες πήραν το όνομα τους. Στα επόμενα ιστορικά χρόνια ο μύθος και η ιστορία γίνονται ένα και η μυθολογία αυτή, γίνεται πραγματικό ιστορικό παραμύθι που συνεχίζεται.

ΝΑΚΟΣ ΡΕΝΤΙΝΙΩΤΗΣ


Το θρυλικό πρόσωπο του Νάκου Ρεντινιώτη ή (Μπλαρόγγιαννου) Λέγεται χωρίς να είναι απόλυτα τεκμηριωμένο, ότι γενάρχης της Ρεντίνας, ήταν κάποιος που έφερε το όνομα Ρεντίνας. Πιθανόν να ήταν τσοπάνης και το καλοκαίρι ν’ ανέβαινε με το κοπάδι του στον ορεινό αυτό τόπο και τον βρήκε κατάλληλο να καθίσει οριστικά. Πιθανόν επίσης να ήρθε στα μαχαίρια με κάποιους στα ριζά του κάμπου και για να σώσει το τομάρι του, αναγκάστηκε να φύγει και να έρθει εδώ πάνω σε μικρότερο μέρος, όπου και εγκαταστάθηκε. Όπως και να ’χει το θέμα αυτό, αυτός υπήρξε πρόγονος της θρυλικής προσωπικότητας, φημισμένης για το θάρρος και την παλικαριά, του Νάκου Ρεντινιώτη ή (Μπλαρόγιαννου). Ο Νάκος Ρεντινιώτης απέκτησε το παρανόμι Μπλαρόγιαννος, γιατί στα νεανικά του χρόνια κατέβηκε στον κάμπο, μπροστά και έξω από την Καρδίτσα, στο τσιφλίκι του Οσμάνμπεη που βρισκόταν κοντά στο παλιό τσιφλίκι του Βάργια, όπου έκλεψε δυο καλοζωισμένα μουλάρια και τα οδήγησε στα ορεινά γνωστά του κατατόπια της Ρεντίνας. Είχε καθώς το μολογούσαν λεβεντιά και θάρρος περίσσιο ο Νάκος Ρεντινιώτης και ήταν ευχάριστος στην συμπεριφορά του και γεμάτος καλοσύνη στα ζωντανά του, αφού τον ακολουθούσε πάντα – σαν πιστό σκυλί – ένα μανάρι του (μικρό αρνάκι), που τον αγαπούσε πολύ. Στα μετέπειτα χρόνια, κάποτε του επιτέθηκε ένα βόδι και ήταν έτοιμο να τον ξεκοιλιάσει, όμως ήταν τέτοιο παλικάρι ο Νάκος που το έπιασε με τα χέρια του από τα κέρατα, το ’βαλε κάτω και σφίγγοντας το στο λαιμό με δύναμη υπερβολική κατάφερε να το πνίξει. Ένα ακόμη γλαφυρό επεισόδιο από την πολυτάραχη ζωή του είναι, όταν κάποια φορά που τον κυνηγούσαν οι Τούρκοι γιατί ξεσήκωνε τους Ρεντινιώτες εναντίων τους και αυτοί μανιασμένοι θέλανε να τον ξεκάνουν Καθώς λοιπόν οι Τούρκοι καθοδηγούμενοι από τα αποτυπώματα του αλόγου του πάνω στο χιόνι, ξεκίνησαν να τον πετύχουν στο καλύβι του στην Τσάτσα για να τον συλλάβουν, όμως ο πανούργος Νάκος είχε βάλει τα πέταλα του αλόγου του ανάποδα και φαινόταν ότι πήγαινε προς την Τσάτσα, ενώ αυτός ερχόταν από την Τσάτσα στην Ρεντίνα, έτσι ξεγέλασε λοιπόν τους Τουρκαλάδες και για μια άλλη φορά έσωσε το κεφάλι του. Το πιο σημαντικό γεγονός όμως για αυτόν και για άλλους Ρεντινιώτες που είχαν κτήματα στην Τσάτσα, ήταν όταν οι κάτοικοι γειτονικών χωριών καταπάτησαν τα εύφορα κτήματα τους. Τότε ο Νάκος Ρεντινιώτης κατέδειξε το πιο αξιοθαύμαστο στοιχείο του θάρρους και της παλικαριάς του. Αφού κρέμασε την κάπα του στον στροερό ενός αλωνιού, γύρισε και είπε με δυνατή φωνή στους καταπατητές. «Αύριο που θα ’ρθω να πάρω την κάπα μου να μην βρω κανέναν σας εδώ». Τ’ άκουσαν σιωπηλά με σκυμμένο κεφάλι οι ξενοχωρίτες και πράγματι ο φόβος και ο τρόμος έπιασε τόπο και οι καταπατητές, τα μάζεψαν και έφυγαν εγκαταλείποντας αυτό το εγχείρημα τους.

ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ ΧΩΡΙΟΥΔΑΚΙ ΜΟΥ


ΧΩΡΙO ΜΟΥ XΩΡΙΟΥΔAΚΙ ΜΟΥ Χωριό μου χωριουδάκι μου….Η Ρεντίνα το πανέμορφο παραδοσιακό χωριό που το φθινόπωρο τα φύλλα πέφτουν και τα δέντρα μένουν γυμνά, έτσι ένα ένα σβήνουν τα φώτα στα σπίτια νωρίς, τα καλντερίμια μένουν βουβά και τα τραπέζια και οι καρέκλες μαζεύτηκαν από την πλατεία, οι δρόμοι αδειάζουν καθώς δεν ακούγονται και οι φωνές των παιδιών.Στο κέντρο συνάντησης του χωριού έχει μείνει ο απόηχος των καλοκαιρινών γεγονότων, πεσμένα φύλα και μερικές γάτες και σκύλοι να περιφέρονται. Με τα πρώτα βήματα της άνοιξης σαν τον κύκλο που ολοκληρώνεται ξανά αρχίζουν τα δέντρα να καλύπτουν την γύμνια τους καθώς τα άνθη ξεπετάγονται, τα φώτα στα σπίτια ένα ένα ανάβουν, τα τραπέζια στην πλατεία ξαναπαίρνουν την θέση τους, και το χωριό σιγά σιγα αρχίζει να βγαίνει από την χειμερία νάρκη και να παίρνει την μορφή που οι περισσότεροι έχουμε ζήσει από παιδιά χωριό μας είναι ένα μέρος μοναδικό που θα ανήκει πάντα στο πιο ζεστό κομμάτι της καρδιάς μας από όσους άλλους τόπους έχουμε επισκεφθεί. Είναι λίγο δύσκολο να περιγραφούν με λέξεις οι εικόνες που σχηματίσαμε στο μυαλό μας από τα παιδικά μας χρόνια. Στο κέντρο συνάντησης του χωριού έχει μείνει ο απόηχος των καλοκαιρινών γεγονότων, πεσμένα φύλα και μερικές γάτες και σκύλοι να περιφέρονται. Με τα πρώτα βήματα της άνοιξης σαν τον κύκλο που ολοκληρώνεται ξανά αρχίζουν τα δέντρα να καλύπτουν την γύμνια τους καθώς τα άνθη ξεπετάγονται, τα φώτα στα σπίτια ένα ένα ανάβουν, τα τραπέζια στην πλατεία ξαναπαίρνουν την θέση τους, και το χωριό σιγά σιγα αρχίζει να βγαίνει από την χειμερία νάρκη και να παίρνει την μορφή που οι περισσότεροι έχουμε ζήσει άπα παιδιά χωριό μας είναι ένα μέρος μοναδικό που θα ανήκει πάντα στο πιο ζεστό κομμάτι της καρδιάς μας από όσους άλλους τόπους έχουμε επισκεφθεί. Είναι λίγο δύσκολο να περιγραφούν με λέξεις οι εικόνες που σχηματίσαμε στο μυαλό μας από τα παιδικά μας χρόνια. Παραστάσεις που έχουμε φυλαγμένες στα κατάβαθα της ψυχής μας για πάντα.

Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2018

ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ


Ακόμα μία παράδοση που καλύπτεται από τον γοητευτικό παραμυθιακό μανδύα Πριν πολλά χρόνια την αλαργινή εκείνη εποχή στην Ρεντίνα, την ημέρα εκείνη συνέβηκε και τούτο. Τα παιδιά του χωριού καθόταν συνήθως στ’ ορθολίθι που είναι στο γυφτόρεμα κάτω από την εκκλησία του Αϊ Νικόλα. Ένα από τούτα τα παιδιά ήταν και ο χαζό Νικολός. Τον παιζογελάγανε τ’ άλλα τα παιδιά, τα πιο μικρά. Τα πιο μεγάλα, όλα. Είναι βλάκας. είναι και καμπουριασμένος. Ο Νικολός τά’ χει πλούσια τα κουσούρια. Συνήθως ο Νικολός καθόταν μοναχός στην ρεματιά κι εκεί ξημερονοβράδιαζε. Εκεί στην ρεματιά ήταν άλλος κόσμος που πολύ του άρεσε. Ένα βράδυ κάποια φορά τον είχε πάρει η ώρα κι είχε ξεχαστεί, και δεν έλεγε να γυρίσει στο σπίτι. Πρόβαλε και το φεγγάρι, μισοφέγγαρο, μα πολύ φωτερό, βγήκε κι άπλωσε στα δέντρα και κατέβηκε ως τη ρεματιά. Μια ασημένια καταχνιά φούσκωσε κι ανέβηκε από τη νεροσυρμή κι έσμιξε με του φεγγαριού το ασπρογάλιασμα. Σώπασαν και τα βατράχια κι ο κούκος, σώπασαν και τα τριζόνια, χύθηκε μια βουβαμάρα πνιχτή. Κι όλάξαφνα ξέσπασαν κάτι γέλια. Κρούσταλα γέλια, χάχανα, σαν νερά που πέφτουνε από βράχια. Ξαφνιάστηκε ο Νικολός. Μα, δεν πρόλαβε. Ανάμεσα στις φυλλωσιές, λες κι έπηξαν τ’ ασήμια κι οι χρυσαφένιες αχτίδες, να, οι νεραΐδες, δυό νεραΐδες. δυό καλοκυρές. Πάει ο Νικολός του κόπηκε η λαλιά. Σκύβει, κρύβεται, αργά είναι, πολύ αργά. Του πήραν την λαλιά του. Κι ίσως και να τον άγγιξαν. Πασκίζει να σαλέψει, μολύβι τα ποδάρια του. «Πάτερ...» φώναξε. Κι ύστερα αναθυμήθηκε τι του ‘χανε πει, αν λάχει και συναντήσει ξωτικές. «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς…¨». Τίποτε οι ξωτικές. Ανεμικά είναι και χορεύουνε, ακροπατούνε στα νερά και παίζουνε και λούζονται. Μόνο το πέπλο το λευκό ανεμίζει στο κεφάλι τους. Και τα μακριά χρυσά μαλλιά… Πώ, πώ, ξέχασε ο Νικολός να σταυροκοπηθεί!...Γρήγορα-γρήγορα κάνει τον σταυρό του…Ώχ, ώχ, οι ξωτικές θυμώσανε . αρπάνε πέτρες, ξύλα και του τα πετάνε Μήτε λαλιά ο Νικολός, μηδέ και βήμα να κάνει. Το κεφάλι του Νικολού γυρνά, η καταχνιά σκορπάει…πώ, πώ , νύχτα-μεσάνυχτα θα ΄ναι τώρα…Σηκώνεται και νιώθοντας μονομιάς τα ποδάρια του λυμένα, ροβολάει τον κατήφορο. Πέντε- έξη νύχτες πέρασαν ώσπου ο Νικολός ξανάβρε τα λογικά του, όσο μπορεί να τα βρει ένας αλαφροισκιωτος, ένας νεραϊδοπαρμένος' Φωτογραφία του Ρεντίνα αρχόντισσα των Αγράφων Φωτογραφία του Ρεντίνα αρχόντισσα των Αγράφων.

Κυριακή 27 Αυγούστου 2017

ΡΕΝΤΙΝΑ-η αρχόντισσα των Αγράφων


ΡΕΝΤΙΝΑ το όμορφο αρχοντικό κεφαλοχώρι στην νοτιοανατολική πλευρά του νομού Καρδίτσας, εμφανίζεται ξαφνικά στα σύνορα της Ευρυτανίας και Φθιώτιδας, νωχελικά απλωμένο σε μια πλαγιά του μαγικού δάσους του Ζαχαράκι και της Αγγελίνας, σε τρία γειτονικά λοφακια, προς τον χώρο της αρχαίγονης Δολοπίας. Στην είσοδο της ακόμη, η Ρεντίνα, με εκείνο το πανέμορφο περιποιημένο δασάκι με τις πέτρινες καμάρες στην άκρη του, δείχνει στον ταξιδιώτη την πραγματική της ταυτότητα και φύση: καταπράσινη, γραφική, ωραία, πετρόχτιστα, πραγματικά αρχοντικά, με σεβασμό στην μακρόχρονη παράδοση και ιστορία της. Η καρδιά της είναι φυσικά oι πλατείες της, πάντα ζωντανή και γεμάτη εικόνες, μυρωδιές και ήχους μιας Ελλάδας που χάνεται, με τις εκκλησίες να δεσπόζουν και να γεμίζει την ατμόσφαιρα σε περιόδους εορτών με ήχους κατανυκτικούς και ευωδιά θυμιάματος, με τα καταστήματα, τα εστιατόρια και τις ταβέρνες γύρω -γύρω να έλκουν τους ντόπιους και τους ταξιδιώτες με τα καλά τοπικά παραδοσιακά προϊόντα τους και τις μυρωδιές του καλομαγειρεμένου φαγητού και του φρεσκοψημένου ψωμιού. Παραδοσιακοί ξενώνες, όμορφα ενοικιαζόμενα δωμάτια και υπέροχα αρχοντικά περιμένουν τους επισκέπτες για να τους φιλοξενήσουν. Εδώ, στην Ρεντίνα, φημισμένο στο Μοναστήρι της και στο Ζαχαράκι, ο επισκέπτης θα χαρεί αυτήν την άλλη Ελλάδα, θα περπατήσει σε τόπους αρχαίους κα ιστορικούς, θα βιώσει την μαγεία της αρχέγονης Δολοπίας, θα αισθανθεί σε κάθε του βήμα εδώ τι σημαίνει ομορφιά και φύση, ιστορία και πολιτισμός, φιλοξενία και χαρά ζωής. Όλες οι εποχές εδώ είναι υπέροχες, όμως το χιονισμένο χειμωνιάτικο τοπίο μένει στην μνήμη ως εικόνα του απόλυτου κάλλους