Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010

Η γνωριμία με την Ρεντίνα

Χάρτης της ευρύτερης περιοχής των Αγράφων
Η ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ '
Η πρόσβαση-πως φτάνετε στην περιοχή 
 Η οδική πρόσβαση προς την Ρεντίνα γίνετε από δύο εισόδους, είτε από την πλευρά της Καρδίτσας – Κέδρος - Λουτρά Σμοκόβου - Σμόκοβο (55 χιλ.), είτε από την πλευρά της Φθιώτιδος και Ευρυτανίας – Μακρακώμη - Άγιος Γιώργης- Παλαιόκαστρο - Φουρνάς (95 χλμ.) περίπου. Η διαδρομή είναι από μόνη της εξαιρετική και αποτελεί μια πρόγευση θα λέγαμε, όσων πρόκειται να ακολουθήσουν. Από όποιο δρόμο και αν διαλέξετε να φτάσετε, θα μείνετε εκστασιασμένοι από όσα θα δείτε στον δρόμο σας, αφού κάθε λαγκάδι και βουνό που θα συναντήσετε έχει μια ιδιαιτερότητα που δεν απαντιέται συχνά. Εικόνες ανείπωτης ομορφιάς αποκαλύπτονται στον ανύποπτο επισκέπτη και η μαγεία των βουνών τον τυλίγει και τον κρατά δέσμιο. Τα βουνά εδώ είναι σαν πυκνά κύματα και πιασμένα σφιχτά χέρι με χέρι, μοιάζει να σέρνουν ένα ατέλειωτο χορό, είναι μια αρμονική συμφωνία των βουνών.
Η γνωριμία με την περιοχή 
Το κλίμα της Ρεντίνας και της ευρύτερης περιοχής των Αγράφων χαρακτηρίζεται από τους παρατεταμένους χειμώνες και τα μικρά καλοκαίρια, τις άφθονες χιονοπτώσεις που εμφανίζονται μέσα στον Νοέμβρη και διαρκούν ως τον Απρίλη και φυσικά τις συχνές βροχοπτώσεις. Οι ανατολικοί άνεμοι που έρχονται ζεστοί από τον Θεσσαλικό κάμπο και οι βορειοδυτικοί υγροί από τα ορεινά βουνά της Πίνδου και της Ευρυτανίας φέρνουν αντάρες και βροχές μέσα στην κοιλάδα που βρίσκεται η Ρεντίνα. Η Ρεντίνα όμως δεν είναι μονάχα γοητεία και θέλγητρα, είναι θρησκευτικό και ιστορικό προσκύνημα με το Μοναστήρι της, τις παλιές εκκλησιές της και την μακρόχρονη ιστορία της, είναι με λίγα λόγια ένας θαυμαστός όμορφος, ιερός τόπος και από το 1967 χαρακτηρίστηκαν ιστορικά διατηρητέα τα μνημεία της. Είτε χειμώνα επισκεφτείτε την Ρεντίνα είτε καλοκαίρι, είναι μια αλησμόνητη εμπειρία, θα μείνετε κατενθουσιασμένοι γιατί η περιοχή παρουσιάζει δύο ανεπανάληπτες εικόνες, η φύση καταπράσινη ή χιονισμένο αλπικό τοπίο. Η απαράμιλλη ομορφιά του τοπίου με την μαγευτική αισθητική πολυμορφία και φορεσιά κάθε εποχής, πλημμυρισμένη με τα αρώματα των δημιουργημάτων της κατάβλαστης φύσης και την μουσική συμφωνία των ζωντανών στοιχείων του ορεινού χώρου, μια ασύγκριτη φυσική σκηνογραφία προβάλει και συνεπαρμένος θαυμάζεις ένα φαντασμαγορικό ξετύλιγμα εικόνων, είναι ένα κάλεσμα και μια μυσταγωγία μέσα σε σχέδια, χρώματα και ευωδιές. Η Γεωγραφική θέση που κτίσθηκε το χωριό, αποτελεί ζωτική πρόσβαση προσπέλασης στην ορεινή Πίνδο και πάνω στην στράτα Θεσσαλίας και Ρούμελης (μεσοστρατί Καρδίτσας με Καρπενήσι). Παρείχε δε σε αλλοτινούς καιρούς ασφάλεια και μια ιδιότυπη προστασία στους κατοίκους, καθώς είναι περιμετρικά οχυρωμένο από Βορά, Δύση και Νότο με τις πανύψηλες και δύσβατες βουνοκορφές που φράζουν την διέξοδο προς τον Θεσσαλικό κάμπο. Η Ρεντίνα είναι όμορφη και χαρούμενη. Έχει γραφικές ρεματιές, δροσερές λαγκαδιές, καταπράσινες πλαγιές, ωραία υψώματα, νοικοκυρεμένα σπίτια, όλα παστρικά και περιποιημένα, ανοικτό, εκτεταμένο και εξαιρετικά καθαρό ορίζοντα, που βλέπεις την Ανατολή και τη Δύση του ήλιου. Η Ρεντίνα ένα κομμάτι Ελληνικής γης, γύρω γύρω ζώνεται από πανύψηλες οροσειρές, βουνά που ανάθρεψαν την κλεφτουριά και κούνησαν στις ελατοσκέπαστες κούνιες τους το Εικοσιένα, ένα κομμάτι ανταριασμένο με δόξες, έντονες ιστορικές μνήμες και πολύτιμη παράδοση. Η οδική  Η Η Η διαδρομή-το οδοιπορικό στην μαγεία 
Η πρόσβαση προς την Ρεντίνα γίνεται από δύο εισόδους, είτε από την πλευρά της Καρδίτσας, είτε από την πλευρά της Φθιώτιδας. Για τους φίλους των βουνών και των χιλιομέτρων προτείνουμε την κυκλική πανέμορφη διαδρομή Άγιος Γιώργης -Παλαιόκαστρο- Φουρνάς -Ρεντίνα. Εφοδιασθείτε λοιπόν βενζίνη (τελευταίο βενζινάδικο στον Άγιο Γιώργη) πάρτε μαζί σας κάποια χρήματα, γιατί δεν θα βρείτε ΑΤΜ και βέβαια πουλόβερ, γιατί η Πίνδος δεν αστειεύεται, όταν στον Θεσσαλικό κάμπο τα θερμόμετρα έχουν χτυπήσει κόκκινο και φυσικά την φωτογραφική μηχανή, που δεν θα μπορείτε να αφήσετε από τα χέρια σας. Κάθ’ όλη την συναρπαστική διαδρομή οι εικόνες τρέχουν, διαδέ-χονται η μια την άλλη, η εναλλαγή των τοπίων, η μαγεία της φύσης, σκηνές ανείπωτης ομορφιάς χωρίς τέλος και η βουνίσια γοητεία θα σας συνοδεύουν όσο ξεμακραίνετε. Ο φιδίσιος δρόμος δίπλα στην κοιλάδα του Σπερχειού ποταμού, παντού άσφαλτος, διασχίζει την ένδοξη γη της Ρούμελης, μετά δε τον Άγιο Γιώργη ακολουθεί ανοδική πορεία, κάτω από τις ψηλές κορυφές του Βελουχιού, φθάνει στον αυχένα Σερμιτζέλη και από εκεί ο δρόμος κατηφορίζει, κρυμμένος στο πυκνό δάσος από έλατα - Αλπικό τοπίο -χαρίζοντας στον επισκέπτη μια υπέροχη και συναρπαστική διαδρομή, στην συνέχεια διασχίζει μέσα από στροφές το πανέμορφο ελατοδάσος, προσπερνά το Φουρνά και μετά στην θέση του ονομαστού Ζαχαράκι, κατηφορίζει για την κωμόπολη Ρεντίνα. Αν πάλι διαλέξετε την άλλη διαδρομή Δομοκός – Κέδρος - Λουτρά Σμοκόβου- Σμόκοβο διασχίζεται γρήγορα τον κάμπο και μετά δια-βαίνοντας από τα ριζοβούνια, με τις δαντελωτές διακυμάνσεις και συμμετρικές ασφαλτοστρωμένες καμπύλες, αρχίζετε να ανεβαίνετε στις περήφανες και αθάνατες Αγραφιώτικες βουνοκορφές, μπαίνοντας στο βασίλειο της οξιάς. Μην παραλείψετε λοξοδρομώντας λίγο, δεν χάθηκε ο κόσμος, μια επίσκεψη στην Λίμνη Σμοκόβου (επτά χλμ. χωματόδρομος) είναι μια θαυμάσια εμπειρία που αξίζει να απολαύσετε. Η δημιουργία της τεχνητής αυτής λίμνης, μεγάλο έργο παρέμβασης στην αλλαγή του τοπίου, με το κλείσιμο του ποταμού Ονόχωνου, που πηγάζει από την Ρεντίνα και στην συνέχεια η εκτροπή του νερού, δίνει ζωή και ξεδιψάει τον Θεσσαλικό κάμπο που το καλοκαίρι υποφέρει από την λειψυδρία. Η ασφαλτόστρωση του δρόμου για την Λίμνη Σμοκόβου, του δρόμου για το Μοναστήρι της Ρεντίνας και η δημιουργία διαπεριφερειακού δρόμου που θα ενώνει την Καρδίτσα με την Φθιώτιδα (Ρεντίνα - Ροβολιάρι) θα αποτελέσουν την αιχμή του δόρατος της τουριστικής ανάπτυξης της ευρύτερης περιοχής. Συνεχίζοντας το ορεινό ανάγλυφο περνάμε από το Σμόκοβο και προσπερνώντας το Αϊδονοχώρι (Χωταίνα), ο δρόμος τραβάει για τερματισμό στην Ρεντίνα. Ο δρόμος κυλά μέσα στο δάσος με τις οξιές, λίγο πριν φθάσετε στην Ρεντίνα, κρίνεται απαραίτητη μια στάση στην Πουρνόβρυση με το καστανοδάσος και την πέτρινη παραδοσιακή βρύση, όπου βρίσκεται ο μοναδικής ομορφιάς νεόκτιστος ναός του Αγίου Φανουρίου-μετόχι του Μοναστηριού. Φθάνοντας στην συνέχεια στον Άγιο Αθανάσιο, ψάχνετε για το χωριό, μην ανησυχείτε είναι παράμερα λίγο πιο κάτω, αθέατο καλά κρυμμένο μέσα στην αγκαλιά των κατάφυτων γύρω βουνών, το ξεχωριστό αυτό στολίδι των Αγράφων, η πολύτιμη Ρεντίνα προικισμένη με ομορφιά απρόσμενη και θύμισες παλιές και σας καλοδέχεται σαν αληθινή Αρχόντισσα-κυρά. Αφήστε τα μάτια σας ελεύθερα, λίγα βήματα σας χωρίζουν από την αγκαλιά της Ρεντίνας, πιο κάτω θα ξεδιπλωθεί το πανέμορφο χωριό, που είναι στην διάθεση σας και σας καλωσορίζει με όλη του την προθυμία και την μεγαλοπρέπεια. Απολαύστε το!! Μερική άποψη της Ρεντίνας 
ΜΝΗΜΕΙΑ-ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ
Γνωριμία με την Ρεντίνα-ξενάγηση
Στο χωριό δεσπόζουν δύο πλατείες, η μια του Αγίου Νικολάου στο παραδοσιακό κέντρο που χτυπά η καρδιά του χωριού, (αναμορφωμένη σήμερα με δαπάνες του μεγάλου δωρητή Ευαγγέλου Νικολ. Χαϊδά) βρίσκεται στην πιο ειδυλλιακή τοποθεσία, με συστάδα από τα θεόρατα κουφαλιασμένα υπεραιωνόβια πλατάνια με πλούσια, πυκνή φυλλωσιά και την παλιά κεντρική πολύκρουνο βρύση, την λεγομένη «Μεγάλη», πάνω της και κάτω από τον επιβλητικό βράχο, στέκεται στην πορεία του χρόνου η εκκλησία του Αϊ Νικόλα του Βουνού. Ο Άγιος Νικόλαος Η ιστορική αυτή εκκλησία στολίδι της Ρεντίνας, βρίσκεται στον κεντρικό δρόμο στο μεσοχώρι του χωριού, σε ένα τοπίο μοναδικής εκπληκτικής ομορφιάς. Ο ναός είναι επιμήκης βασιλική και κατά την παράδοση, η παλαιοτέρα εκκλησία του χωριού, όπου τα μόνα διασωθέντα μέρη του ναού από την ανακαίνιση του 1725 είναι το Ιερό Βήμα και το θαυμάσιο και περίτεχνο, αριστουργηματικό, ξυλόγλυπτο από καρυδιά επιχρυσωμένο Τέμπλο, που ανήκει στην κατηγορία των ψηλών και ο ξυλόγλυπτος άμβωνας επικοσμημένος με ελεφαντοστό, μετά την εκ θεμελίων ανακατασκευή του το 1932. Πολύτιμο ακόμη κειμήλιο του ναού είναι ο Ρωσικός επιτάφιος των αρχών του 18ου αιώνα, αφιέρωμα φιλοπρόοδων Ρεντινιωτών που πρόκοψαν στη Οδησσό. Σήμερα διασώζονται λίγες μόνο τοιχογραφίες στο Ιερό Βήμα. Η δε φορητή με- γαλοπρεπής εικόνα του Αγίου Νικολάου είναι έργο του έτους 1748 των αδελφών Στεργίου και Γεωργίου, μαθητών του Διο-νύσου από τον Φουρνά. Προ του δυτικού τοίχου του ναού στην θέση περίπου που βρίσκεται σήμερα προσκυνητάρι, υπήρχε παλαιά και ο μικρός ναός του Αγίου Χαραλάμπους κτισμένος το 1792, στην διαιώνιση δε της παράδοσης, ότι ο Άγιος Νικόλαος ήταν ο κύριος ναός εξηρτημένης μονής ή ησυχαστηρίου συνέβαλε το γεγονός, προφανώς και η διατήρηση παλαιά κελιών του ναού στο «βακούφικο» που φιλοξενείται πλέον ο εκάστοτε ιερέας. Πιέστε καφεδάκι, ξαποστάστε κάτω από την πυκνή σκιά του γεροπλάτανου και δροσιστείτε από το κρύο νερό της παλιάς πολύκρουνης Μεγάλης βρύσης. Οι γεροπλάτανοι εδώ μετρούν τα χρόνια που περνούν, έχουν προσφέρει Ο γεροπλάτανος στη Μεγάλη βρύση τον ίσκιο τους σε τέσερες γενιές και παρακολουθούν τους ανθρώπους να ζουν και στέκονται ακίνητοι και αλύγιστοι μέσα στο πέρασμα των χρόνων. Συνεχίστε τον δρόμο για την κεντρική πλατεία, εκεί θαυμάστε το Δημαρχείο και το Μνημείο των Πεσόντων υπέρ Πατρίδος Ρεντινιωτών. Νιώστε συγκίνηση και υπερηφάνεια μπροστά στο Μνημείο των Αθανάτων, αυτών που έπεσαν για την ανεξαρτησία της πατρίδας και άνοιξαν δρόμους λευτεριάς για μας. Θαυμάστε ακόμη και το πιο μεγάλο κτίσμα του χωριού, το επιβλητικό με πελεκημένη πέτρα δίπατο Δημοτικό Σχολείο, που δεσπόζει στην πλατεία καθώς και τον Μουσειακό Ναό του Αγίου Γεωργίου, που το συντροφεύει. 
Η κεντρική πλατεία
Περπατώντας στη δροσιά του κεντρικού πεζόδρομου, κατά μήκος του οποίου βρίσκονται τα παραδοσιακά καφενεδάκια, φθάνετε στην μεγάλη κεντρική πλατεία. Η πανέμορφη κεντρική πλατεία, αποτελεί το υπαίθριο σαλόνι για διάλειμμα και καφέ, αγώνα ταβλιού και παίξιμο κολτσίνας, κάτω από τα βαθύσκιωτα πλατάνια. Στην μεγάλη πλατεία στέκονται ασάλευτα η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και το Σχολικό κτίριο, που αποτελούν κόσμημα της Ρεντίνας. Κάθε χωριό που σέβεται τον εαυτόν του και τις παραδόσεις του έχει τις εκκλησίες και τα ξωκλήσια του. Είναι γνωστό άλλωστε ότι το πρώτο κτίσμα αλλά και το κέντρο του χωριού, κυριολεκτικά και μεταφορικά είναι η εκκλησία του. Εδώ στο μεϊντάνι του χωριού πάλλει η καρδιά του, όπου τα πλατάνια μαζί με τα φύλλα και τα κλαριά θροΐζουν το τραγούδι της ζωής, και η πλατεία δένεται και ζει με την ψυχή των κατοίκων. Η κομψή πλατεία αποτελεί το ευρύχωρο χοροστάσι του χωριού για το λαϊκό γλεντοκόπι και το ομαδικό ξέσπασμα σε Αγραφιώτικο ρυθμό, στους ήχους του κλαρίνου του ζουρνά και του νταουλιού. Έγιναν τώρα τελευταία έργα ανάπλασης του ιστορικού κέντρου, καθώς και πλακόστρωση της κεντρικής πλατείας και ευχής έργο θα Το ιστορικό κέντρο - κεντρική πλατεία είναι να στηθούν προτομές των ντόπιων οπλαρχηγών, Νάκου Ρεντινιώτη που τον Φεβρουάριο του 1854 έδιωξε την Αλβανική φρουρά από την Ρεντίνα και του Ευάγγελου Κατσιούλα, που αιχμαλωτίσθηκαν και μαρτύρησε στο πέτρινο αλώνι τον Φεβρουάριο του 1867, από τους άνδρες του Χαλίλ Πασά. Έστω και αργά ύστερα από τόσα χρόνια, σε ένδειξη τιμής και ευγνωμοσύνης στους ένδοξους προγόνους μας αυτούς, για την μεγάλη τους προσφορά που πότισαν με το αίμα τους αυτό το χώμα που τάφηκαν, στο όραμα μιας λεύτερης πατρίδας και για να φανερώνει στις επόμενες γενιές τη δόξα και το μεγαλείο αυτού του χώρου.
Το Δημοτικό Σχολείο
 Είναι το πιο μεγάλο κτίσμα του χωριού, δωρεά του Ανδρέα Συγγρού το 1912, δίπατο χτισμένο εξ ολοκλήρου με πελεκημένη πέτρα, στέκει μέχρι σήμερα επιβλητικό, δεσπόζοντας στο κέντρο της πλα-τείας και πορεύεται στο χρόνο, ως ανεκτίμητη αξία της παράδοσης και του πολιτισμού, έχει δε χαρακτηρισθεί από το υπουργείο Πολιτισμού ως διατηρητέο. Στο Σχολείο αυτό έμαθαν τα στοι-χειώδη γράμματα εκατοντάδες Ρεντινιώτισες και Ρεντινιώτες μέχρι το πολύ πρόσφατο παρελθόν, σήμερα κάνει την θητεία του στην πιο υποβλητική σιωπή. Τα χρόνια διάβηκαν και άλλαξαν οι καιροί και στο χωριό πολλά σπίτια ερήμωσαν, τα νιάτα μίσεψαν σε τόπους μακρινούς και η ζωή στο μέρος μας έπαψε να βλαστίζει, έτσι ρήμαξε το σχολείο από παιδιά και η αυλή του έρμη στέκει. Βουβό, κλειστό τώρα εκεί πέρα, κουβαλάει θύμισες ολάκερης ζωής και αγέρωχα το ερειπωμένο κουφάρι του ορθώνεται και δεσπόζει στην μεγάλη κεντρική πλατεία. Στους τοίχους του ξεχασμένες οι εικόνες, μία του Χριστού και γύρω των Ηρώων, ακόμη στέκουνε μάρτυρες εκεί, να διηγούνται περασμένα μεγαλεία. Του ρολογιού οι δείκτες σταμάτησαν, σε σχόλασμα μεσημεριού και η πόρτα του η βαριά, όταν ξωπίσω μας κάθε φορά θα κλείνει, με ένα τριγμό στενάχωρο, λυπητερό, στο κάθε μας προσκύνημα. 
Ο Άγιος Γεώργιος 
Ο μεγάλος, μονόχωρος επιμήκης με χορούς στα πλάγια, περικαλλής Καθεδρικός Ναό του Αγίου Γεωργίου, καταστόλιστος με εξαιρετικές τοιχογραφίες, κτίστηκε το 1662 σύμφωνα με επιγραφή που βρίσκεται πάνω από την κεντρική εσωτερική είσοδο, η αγιογράφηση του τελείωσε το 1719 από τους αγιογράφους Σεραφείμ από την Χίο και Δημήτριο από το Μέτσοβο και εγκαινιάστηκε δε το 1722 από τον θεοφιλέστατο επίσκοπο Θαυμακού Ζωσιμά, καθόσον η Ρεντίνα είχε αποσπαστεί από την επισκοπή Λιτζάς και Αγράφων. Ανακαινίστηκε το 1789 και κατασκευάστηκε η περίτεχνη σκαλισμένη ξύλινη επίπεδη οροφή του ναού, από τους Δομιανούς τεχνίτες Ιωάννη και Δημήτριο με δαπάνες του φιλογενούς άρχοντα της Ρεντίνας Δημητράκη Τσολάκογλου. Το 1790 ο Δημήτρης Τσολάκογλου τύπωσε στη Βενετία με έξοδά του, την ακολουθία του Αγίου Σεραφείμ εξ Ιωαννίνων, που συνέθεσε ο περίφημος δάσκαλος του Γένους Αναστάσιος Γόρδιος. Η φορητή δε λαμπρή εικόνα του Αγίου Γεωργίου αφιέρωμα και αυτή του Δημητρίου Τσολάκογλου φιλοτεχνήθηκε το 1794 από τον αγιορείτη μοναχό Νικηφόρο. Εντυπωσιακό και περίτεχνο είναι το τέμπλο του, όπως και η Αγία Τράπεζα και ο δεσποτικός θρόνος του ναού, έχουν κατασκευασθεί με το μοναδικής τεχνοτροπίας σκαλιστό ξύλο, από καρυδιά χωρίς καμιά αλλοίωση του φυσικού του χρώματος, δέηση και αυτά του Δημητρίου Τσολάκογλου το 1796 και έργο των τριών αδελφών Γεωργίου, Ιωάννου και Αθανασίου από την Στυλίδα. Στο κτιριακό συγκρότημα του μουσειακού αυτού ναού ανήκουν επίσης και τα δύο παρεκκλήσια του Αγίου Δημητρίου και του Αγίου Σεραφείμ.
Η Κοίμηση της Θεοτόκου-Παναγία
Ο ναός είναι πολύ παλιός προ του 1659. ‘Όταν η Ρεντίνα ήταν έδρα της ονομαστής επισκοπής «Λιτής και Ρενδίνης» και ήταν ο καθεδρικός ναός. Εξαιρετικής και σπάνιας τέχνης είναι το Βημόθυρο του ναού και το θαυμάσιο ξυλόγλυπτο τέμπλο του, της κατηγορίας των ψηλών. Από τις τοιχογραφίες του ναού ελάχι- στες διασώζονται εντός του Ιερού Βή- ματος, έργο του ζωγράφου Ιωάννη που αγιογράφησε και το Μοναστήρι. Ο μονόχωρος επιμήκης Ναός είναι δίπλα στον χώρο του ενοποιημένου Η Κοίμηση της Θεοτόκου- ιστορικού κέντρου, εκεί βρίσκεται Παναγία ακόμη το Βυζαντινό νεκροταφείο στο οποίο θάβανε τους δεσποτάδες, όπου διασώζονται ακόμη και σήμερα οι τάφοι τους, επίσης και το γραφικό παραδοσιακό πέτρινο αλώνι. Στο ναό της Παναγίας βρέθηκε βιβλίο με αφιέρωση του 1623 στον επίσκοπο Λιτζάς και Αγράφων Αρσένιο και 12 εκδόσεις μηνιαίες Ενετίας στον άρχοντα Λάμπρο Μαυροειδή. Αφιερώνονται όλα αυτά στον τότε κεντρικό ναό της Παναγίας στις 24 Ιούλη 1644.
Το Μουσείο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Τέχνης 
Το Εκκλησιαστικό Μουσείο στεγάζεται στο παρεκκλήσι του Αγίου Σεραφείμ, στο κτιριακό συγκρότημα του Ναού του Αγίου Γεωργίου, ιδρύθηκε το 1975 ύστερα από την μεγάλη κλοπή στο Μοναστήρι το Πάσχα του 1973. Απάνω σε αυτή την σύγχυση και την αναταραχή το 1974, ο τότε Μητροπολί- της Καρδίτσας, έστειλε συνεργείο στην Ρεντίνα με σκοπό να παραλάβει και να μεταφέρει στην Καρδίτσα τις εικόνες του χωριού. Οι Ρεντινιώτες όμως δεν τις έδωσαν παρά την επιμονή του συνεργείου και του Δεσπότη. Η σύσσωμη εξέγερση και αντίδραση των κατοίκων ματαίωσε την μεταφορά. Ύστερα από όλα αυτά, οι κάτοικοι, οι εκκλησιαστικές αρχές του χωριού και οι Σύλλογοι Ρεντινιωτών, αποφάσισαν να δραστηριοποιηθούν για την δημιουργία του Εκκλησιαστικού Μουσείου. Στον ασφαλή χώρο του Μουσείου φυλάσσονται και συντηρούνται παμπάλαιες εικόνες εξαιρετικής τέχνης, τα βαρύτιμα λειτουργικά ιερά σκεύη, η μεταλλική Σταυροπηγιακή σφραγίδα της Μονής, κειμήλια πολυσήμαντης καλλιτεχνικής αξίας, αλλά και παμπάλαια βιβλία, που διασώζονται από αλλεπάλληλες καταστροφές. Ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει εικόνες βυζαντινής τέχνης του 16ου και 17ου αιώνα, πολύτιμούς σταυρούς, δισκοπότηρα και ασημένια εκκλησιαστικά είδη, Ευαγγέλια, παλαιά έγγραφα και βιβλία από το 1535 εκδόσεις Βενετίας. Στο Μουσείο φιλοξενούνται επίσης φορητές εικόνες και πολύτιμα αντικείμενα από τις εκκλησίες του χωριού. 
Το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης 
Το Μουσείο στεγάζεται στο ισόγειο του Δημοτικού Σχολείου, ιδρύθηκε το 1990 με στόχο την συγκέντρωση κειμηλίων της Εθνικής Αντίστασης του 1941-44. Διαθέτει αξιόλογο φωτο-γραφικό υλικό, προκηρύξεις, έντυπα, δελτία ενημέρωσης, κειμήλια του αγώνα, σύμβο-λα της Αντίστασης και αντικείμενα όπλα, κάπες και πο-λύγραφο. Στο Δημοτικό Σχολείο της Ρεντίνας στεγάστηκε και λειτούργησε, η Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών του ΕΛΑΣ το 1944. 
Τα παλιά αρχοντικά 
Τα αξιόλογα πανέμορφα παλιά πέτρινα αρχοντικά είναι δείγμα της αρχιτεκτονικής που επικρατούσε εκείνη την εποχή, διαθέτουν δύο ορόφους με πολλά δωμάτια και αξιόλογο εσωτερικό και εξωτερικό διάκοσμο, με μεγάλα μπαλκόνια και αυλόπορτες παλιάς αρχοντιάς και παράδοσης. Αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα της της οικονομικής και πνευματικής παλιάς Παλιό αρχοντικό ακμής του τόπου. Τα κυριότερα παλιά αρχοντικά που διατηρούνται είναι του Γκούτα, του Ρήγα, του Χαράλ. Κουτή, του Πέτρου Μούτου και του Αναγνωστοπουλου. 
Το κοιμητήρι της Ζωοδόχου Πηγής-Παναγίτσα 
Απόμερα στην πιο περίοπτη θέση του τοπίου, εκεί που πρωτοσκάει ο ήλιος στραμμένο στην ανατολή, βρίσκεται το νεκροταφείο που χρονολογείται από το 1500 μ.Χ. και αναπαύονται σε αυτό οι νεκροί πρόγονοι μας, κάτω από τον λόφο Παλιόκαστρο απολαμβάνουν από τη θέση τους εκεί την ωραιότερη θέα, βλέπουν πανοραμικά το χωριό και αγναντεύουν στα λαγκάδια, στα προσήλια, στην Ανατολή. Κοντά στο νεκροταφείο παλαιότερα υπήρχε ένα Μοναστήρι το οποίο καταστράφηκε από ένα στρατηγό του Αλή Πασά τον Γιουσούφ Αράπη γύρω στα 1805, την ύπαρξη του επιβεβαιώνουν τα θεμέλια του, που διατηρούνται μέχρι σήμερα. Διηγήσεις γεροντότερων έλεγαν για κάποιον καλόγερο με τ’ όνομα Ανδρόνικος. Έναν άσαρκο ξερακιανό  άνδρα που τρεφόταν με ξεροκόμματα και κρεμμύδια και όταν του πήγαιναν οι Ρεντινιώτες φαγητό, αυτός ανακάτευε στο πιάτο του, φασόλια, φακές, κρέας και τα έτρωγε. 
Προσκύνημα στο Μοναστήρι 
Έξω από το χωριό και σε απόσταση επτά χιλιομέτρων ένα τοπίο καταπληκτικό, στέκεται αιώνες τώρα ένα ακόμη Αγραφιώτικο μοναστήρι, το αναμφισβήτητα λαμπρό μνημείο της περιοχής, η Σταυροπηγιακή Ιερά Μονή Ρεντίνας, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, αλλά τιμάτε ακόμη και στην μνήμη του Αγίου Βασιλείου Αγκύρας, επειδή εκεί βρίσκεται η σεπτή του κάρα. Ο Άγιος Βασίλειος είναι προστάτης των ποιμένων και πολιούχος του χωρίου, όπου φυλάσσεται και η οκταγωνική ασημένια τίμια κάρα του, που ήλθε στην Μονή κατά την Τουρκοκρατία, αξιόλογο έργο από τους Καλλαρύτες αργυροτεχνίτες Νικόλαο και Αποστόλη Παπαγωργίου και ακόμη η φορητή εικόνα του Αγίου έργο του 1803 του ηγουμένου Δοσιθέου. Η Μονή πρωτοχτίστηκε στα Βυζαντινά χρόνια, τιμάτε με βαθύτατο σεβασμό στο όνομα της Κοίμησης της Θεοτόκου και πανηγυρίζει με- γαλοπρεπώς στις 15 Αυγούστου. Προσκυνήστε ευλαβικά την αρχαιότερη από το 1587 φορητή εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας έργο του ιερέως Δροσινού από το Φανάρι Καρδίτσας. Το ιστορικό μοναστήρι απομονωμέ- νο στο πανέμορφο φυσικό του περιβάλλον ατενίζει το χθες και το σήμερα. Το χώμα του είναι ποτισμένο με αίμα αγωνιστών, ενώ στις αυλές του έχουν αποτυπωθεί τα χνάρια χιλιάδων ανθρώπων, που πήγαν να προσκηνύσουν και να απολαύσουν την γαληνότητα του τοπίου. Το μοναστήρι είναι ένας τόπος ευ- λογημένος, ένα μικρό περιβόλι της Παναγιάς, ένας τόπος φορτισμένος με μνήμες ιστορικές και με αγώνες πνευματικούς. Στο μοναστήρι η καρδιά γαληνεύει, ο νους υψώνεται, θα νιώσετε μοναδικές στιγμές ψυχικής ανάτασης και θείας μέθεξης και το μάτι χαίρεται τα μεγαλεία του Δημιουργού. Συγκινητική είναι η προσπάθεια τού Σεβασμιότατου Μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων κ.κ Θεόκλητου, που πρόσφατα αποφάσισε να δώσει στην Μονή κάτι από την παλιά της ακμή, δίνοντας δε μεγαλύτερη σημασία στην μοναστική ζωή, την μετέτρεψε σε γυναικεία. Σήμερα η Μονή με ηγουμένη την σεμνή και πνευματώδη Φιλοθέη αριθμεί τρεις μοναχές που θα σας καλοδεχτούν, θα σας ξεναγήσουν και θα σας κεράσουν. Μες σε τούτη τη μισοφωτισμένη παλιούρα, που βασιλεύει το λιβανωτό, ανάψτε κεράκι στην Παναγιά, προσκυνήστε ταπεινά, σταθείτε κάτω από το χλωμό φως του λαδοκάντηλου μπροστά στα βυζαντινά εικονίσματα και τις θαυμάσιες τοιχογραφίες, η μυρωδιά του λιβανιού στα πρόσωπα των αγίων, αλλού διακρίνετε την γαλήνη της ψυχής και την μακαριότητα και αλλού την αγωνία και την θλίψη. Ζήστε την αόρατη θρησκευτική ευλάβεια γύρω, ξεδιψάστε φιλήδονα, με το δροσερό νερό της βρύσης του Μοναστηριού και φάτε το λουκούμι που θα κεράσουν οι καλόγριες. Μετά την ασφαλτόστρωση πλέον του δρόμου για την Μονή, θα γίνει πια πιο προσιτή η επίσκεψη σε χιλιάδες χριστιανούς και αγαπητός τόπος προσκυνηματικών εκδρομών. Ξωκλήσια και προσκυνητάρια 
Εκτός από τους τρεις ενοριακούς ναούς, υπάρχουν και τα διασπάτα πολλά ξωκλήσια στην Ρεντίνα, έργο θεοσεβούμενων κατοίκων της, υμνούν τον Θεό, με τον δικό τους απλό, ταπεινό τρόπο, μικρά απέριττα, βυθισμένα στην σιωπή και μοναξιά μέσα στο πράσινο και στην πέτρα. Η βαθιά θρησκευτική πίστη των Ρεντινιωτών καθρεφτίζεται στο γεγονός ότι όρθωσε σε διαφορετικά υψωματάκια ολόγυρα πανέμορφα καταστόλιστα ξωκλήσια που είναι αφιερωμένα στους Αγίους της Χριστιανικής μας λατρείας και λειτουργούνται μόνο την ημέρα της γιορτής τους, τα περισσότερα δε τους καλοκαιριάτικους μήνες. Απαριθμώντας αυτά τα ρημοκλήσια που σώζονται ως σήμερα σε αρκετά καλή κατάσταση αυτά είναι: του Αγίου Αθανασίου, του Προφήτη Ηλία, του Αγίου Ιωάννη Θεολόγου, της Αγίας Τριάδας, του Αγίου Βησσαρίου, της Αγίας Μαρίνας, της Κάτω Παναγιάς (γέννησης Θεοτόκου), του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου, του Αγίου Κωνσταντίνου, της Αγίας Παρασκευής, του Αγίου Μάρκου, της Αγίας Κυριακής, του Αγίου Βλάση (δεν σώζεται σήμερα), των Αγίων Αναργύρων, του Αγίου Φανουρίου και των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Αμέτρητα δε είναι και τα πέτρινα προσκυνητάρια που συναντά κα-νείς παντού στον δρόμο για τα χωράφια και τις εξοχές. 

Παλιές παραδόσεις 
Κάποια σημαδιακά συμβάντα απ’ το βάθος των χρόνων και των μακρινών εποχών, μένουν ως τις μέρες μας τυλιγμένα μες τη άχλη του μύθου ή καλυμμένα με τον εντυπωσιακό μανδύα του θρύλου. Κατά την παράδοση την αμαρτύρητη που δεν έσβησε ο χρόνος, ας την πούμε έτσι, καθώς και τα μυθολογήματα την ιστορία τούτη. Στα πολύ παλιά χρόνια οι δυο άγιοι, ο Άγιος Γιώργης και ο Άγιος Δημήτρης μάλωναν και ο Αϊ Γιώργης έλεγε «Αϊ Δημήτρη μάκαρε και σκορποφαμελίτη εγώ μαζώνω μάνες με παιδιά και συ μου τις σκορ-πίζεις, μαζώνω και τ’ αντρόγενα, τα πολυαγαπημένα. Εγώ φέρνω την άνοιξη και συ μου την μαραίνεις, εγώ φέρνω τα πρόβατα μαζί και τους τσοπάνηδες λαλώντας τις φλογέρες». Τα άκουσαν οι χωριανοί και έχτισαν την εκκλησιά του Αγίου Γεωργίου και δίπλα το παρεκκλήσι του Αγίου Δημητρίου.
Ακόμη κατά πως μολογούσαν οι πολύ παλιοί γέροντες, στο βράχο πάνω από την «Μεγάλη» βρύση, βρέθηκε έλεγαν το εικόνισμα του Αι Νικόλα θαμμένο στη γης και τότε του ’χτησαν όμορφη εκκλησιά, τον Αϊ Νικόλα. Αργότερα γύρω στο 1850 έπεσε επιδημία πανώλης, όπου χάθηκαν χιλιάδες άνθρωποι και ερήμωσαν οι περισσότεροι οικισμοί της περιοχής. Το χωριό ολόκληρο μια μεγάλη πληγή, έφθασε στα πρόθυρα διάλυσης του, ξεκληρίστηκε από την θανατηφόρα επιδημία, που από την στοματική παράδοση είναι γνωστή σαν «μόλυνα», η επιδημία της πανώλης (πανούκλας) που ενέσκηψε είχε σαν αποτέλεσμα, άνθρωποι και ζώα λέγανε οι γεροντότεροι πέθαιναν μέσα σε μια βδομάδα από την στιγμή που προσβαλλόταν από τον μολυσματικό ιό. Τα συμπτώματα της ήταν πολύ ψηλός πυρετός και γενική εξάντληση. Από τότε η παράδοση η προφορική συμφωνεί τέλεια με την ιστορία, οι θεοσεβούμενοι Ρεντινιώτες έκτισαν περιμετρικά του χωριού πολλά ξωκλήσια για προστασία.
Επίσης ακόμα μια θαυμάσια παράδοση που καλύπτεται από τον γοητευτικό παραμυθιακό μανδύα, κάτι ανάμεσα στον θρύλο και την γοητεία του υπερφυσικού είναι και τούτο. Τον καιρό εκείνο, εκείνη την αλαργινή εποχή, στο χωριό 250 χρόνια πριν εκείνο το μήνα τον λέγανε Φεβρουάριο, ήταν μια χιονισμένη νύχτα της 10ης Φεβρουαρίου, ενώ όλοι κοιμούνται και γαλήνη βασίλευε παντού, άρχισαν να χτυπούν οι καμπάνες. Ο ήχος γλυκός, παράξενος, λες και ήταν ουράνιες. Φοβισμένοι οι χωριανοί μας σηκώθηκαν και κατευθύνθηκαν προς την εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Οι καμπάνες χτυπούν μόνες τους και μέσα στην εκκλησία ακουγόταν γλυκές ψαλμωδίες. Ούτε παπάς όμως υπήρχε ούτε ψάλτης απορημένοι οι χωριανοί μπήκαν στην εκκλησία. Τότε οι καμπάνες σταμάτησαν να χτυ- πούν, οι ψαλμωδίες ακουγόταν μακρινές, ώσπου χάθηκαν. Μόνο ένα απαλό και γλυκύ φως στεφάνωνε την εικόνα του Αγίου Χαραλάμπους, αριστερά στην Ωραία Πύλη. Σήμερα οι θεοσεβούμενοι Ρεντινιώτες στον αύλειο χώρο του Αγίου Νικολάου, έχτισαν το νέο παρεκκλήσι του Αγίου Χαραλάμπους. 
Μία ακόμη τοπική ανεξακρίβωτη παράδοση που δέθηκε με τον θαυμαστό θρύλο και έχει καλυφθεί απ’ ένα μυθολογικό πέπλο μας λέει και το γεγονός τούτο, ότι ο δερβέναγας Γιουσούφ Αράπης, που κατέστρεψε το Μοναστήρι κοντά στο Νεκροταφείο της Ζωοδόχου Πηγής, για την ασυλία του αυτή, φεύγοντας για την Άρτα, ο Άγιος Γεώργιος ο μεγάλος καβαλάρης με το ψαρί άλογο, του έφραξε το δρόμο εμποδίζοντας να περάσει και τον εξολόθρευσε γκρεμίζοντας τον στη σάρα μαζί με το ασκέρι του, στην τοποθεσία που λέγεται από τότε Αράπ’ Γκρεμός. Η χάρη του Θεού δεν έμεινε άνεργη, ήτανε λέει αυτό μήνυμα Θεού, πως ποτέ δεν εγκαταλείπει την Ρεντίνα. 
Υπάρχει ακόμη μια προφορική παράδοση, για ύπαρξη Τουρκικής φρουράς στην Ρεντίνα, που μάλλον επισκεπτόταν περιστασιακά το χωριό ο Μπέης. Η παράδοση αυτή μας λέει, ότι παντρευόταν κάποτε κάποιος από το χωριό Ντζαμάρας τ’ όνομα και έπαιρνε γυναίκα από το Σμόκοβο. Την Κυριακή το πρωί ξεκίνησαν από την Ρεντίνα να πάνε στο Σμόκοβο να πάρουν την νύφη. Στην επιστροφή στα Μεζάρια συνάντησαν την Τουρκική φρουρά και σύμφωνα με τον άγραφο  νόμο, έπρεπε να κατεβούν από τ’ άλογα και να προσκυνήσουν τους Τούρκους στρατιώτες. Περήφανος, παλικάρι θεριό ο Ντζαμάρας κότησε. δεν κατέβηκε κάνοντας πως δεν το ξέρει και οι Τούρκοι αγρίεψαν, τότε αυτός και τα μπρατίμια του τράβηξαν τα όπλα και τους σκότωσαν. Στην περιοχή τους έθαψαν και από τότε η περιοχή ονομάζεται Μεζάρια δηλαδή τάφοι των Τούρκων ή Τουρκομνήματα.
Μιά αξιόλογη  και σημαντική προσωπικότητα της Ρεντίνας υπύρξε ο κοτζαμπάσης των Αγράφων Τσολάκογλου Μέσα στο χωριό της Ρεντίνας, από τα παλιά ο ίσκιος της ζωής του μεγάλου άρχοντα Τσολάκογλου βαραίνει ακόμη. Την παλιά εποχή εκείνη το κοτζαπασηλίκι είχε το προβάδισμα στην Ρεντίνα, πρώτη κωμόπολη των Αγράφων Η μικρή κοινωνία των φαραγγιών των Αγράφων στη Ρεντίνα, μια κοινωνία σκληροτράχηλων οροσειβίων, προστατευμένη από τα σουλτανικά προνόμια που είχε εξασφαλίσει για το χωριό του ο κοτζαμπάσης Τσολάκογλου και η φιλία του με τον Αλή Πασά, παρουσίασε στους χρόνους της Τουρκοκρατίας μερικές ιδιαιτερότητες. Ο Δημήτρης Τσολάκογλου, μοναχοπαίδι του κεφαλοχωρίτη άρχοντα, της παλιάς δυνατής φαμίλιας του Γεωργίου Τσολάκογλου, κληρονόμησε απ’ τον πατέρα του μεγάλη περιουσία. Ο πατέρας του κοτζαμπάση Τσολάκογλου ανήκε σε παλιά αριστοκρατική οικογένεια με μεγάλη περιουσία στην Κωνσταντινούπολη και επέλεξε γύρω στα 1700 να ζήσει στα ορεινά και απάτητα από τους Τούρκους Άγραφα. Ο αφέντης και Κοτζαμπάσης Τσολάκογλου, ήταν όμορφος άντρας, στιβαρός, με μορφή συμπαθητική, εύστροφος, έξυπνος και πονηρός, το ντύσιμο του ήταν άψογο -χούι του αρχοντικό- και τα χέρια του μύριζαν πάντα λεβάντα. Παντρεύτηκε και πήρε γυναίκα του την όμορφη και πλούσια κόρη του άρχοντα Χατζαίου προεστού του Μαυρίλου Φθιώτιδας. Αυστηρός και πιεστικός, δόγμα και πρόγραμμα του: όλα τ’ άψυχα ιδιοκτησία του, κι όλα που ’χαν ψυχή, στην δούλεψη του. Το αίσθημα του ευδαιμονισμού κυβερνούσε την ψυχή του κοτζαμπάση Δημήτρη Τσολάκογλου, έβρισκε την ευτυχία στον πλούτο και γενικά στην δική του κατάσταση. Όλα ήταν καλά γι’ αυτόν στον κόσμο τούτο, όπως τα’ φτιάξε ο Θεός. Έτσι έχουν να λένε. Το σπίτι του στη Ρεντίνα, ήταν σαν κάστρο απ’ έξω, παλάτι από μέσα. Κάστρο με τα ψηλά τείχη και τα μικρά του παράθυρα, που αρχινούσαν απ’ το δεύτερο πάτωμα, σαν στενές πολεμίστρες. Υπηρέτες, παραγιοί, παρακόρες και παραδουλεύτρες κυκλοφορούσαν συνεχώς στην αυλή και άλογα πλουσιοσελωμένα, που ρουθούνιζαν τον αέρα και χλιμίντριζαν χτυπώντας το λιθόστρωτο με τις όπλες τους, μουλάρια φορτωμένα κι άλλα ξεφόρτωτα. Η μέσα πόρτα του πύργου δεν έκλεινε ποτέ. Η έξω έκλεινε μόνο τη νύχτα, με διπλές βαριές αμπάρες. Ο πύργος αυτός πυρπολήθηκε το 1822 από τον Καραϊσκάκη για στρατηγικούς λόγους, ώστε να μην αποτελεί κατάλυμα και αμυντικό προμαχώνα των Τούρκων. Ο μεγαλοκοτζαμπάσης χαιρόταν την αρχοντική και πλούσια ζωή του στο κονάκι του, χωρίς να ζητήσει από το ριζικό τίποτε περισσότερο. Το μοναδικό του πάθος, οι γυναίκες, το ικανοποιούσε με το παραπάνω, χάρη στο χρήμα και τη δύναμη του. Θα ήταν δύσκολο και αρκετά επικίνδυνο στον πατέρα ή το σύζυγο, να θυμώσει για την τιμή που ’κανε ο άρχοντας στην κόρη ή την γυναίκα του. Τίποτε τέτοιο δεν έγινε όμως ποτέ με τον Τσολάκογλου, που απέφευγε συστηματικά τα θηλυκά των τζαναμπέτηδων αρσενικών, βαριόταν τις μπλεξούρες. Η μετρημένη απλοχεριά του, η αρχοντιά και η ομορφάδα του παρουσιαστικού του, τον έκανε συμπαθέστατο σ’ όλο τον κόσμο. Στάθηκε χρήσιμος και η ζωή του δεν πέρασε ανωφέλευτη απ’ τη γη, σαν διοικητής δε, δείχθηκε σκληρός, προνοητικός και διπλωμάτης. Με τους Τούρκους τα ’χε πολύ καλά, κρατούσε σχέσεις φιλικές, ικανοποιώντας με άφθονα πεσκέσια και δοσίματα την πλεονεξία τους, κι εκείνοι τον άφηναν ήσυχο στο καματερό του. Όταν ο Αλή Πασάς, βλέποντας τον τόσο υποταχτικό του καλόβολο, του πρότεινε να συνεργαστεί στενότερα με την διοίκηση, για να χτυπηθεί η κλεφτουριά, που λυμαινόταν τα Άγραφα. Για το ρωμαίικο δεν πολυνιαζόταν ο Τσολάκογλου, μόνο που η μπόρα του ξεσηκωμού θα παρέσερνε κι αυτόν και την ευτυχία του. Έβλεπε κιόλας τι στέρνα του αδειανή, το κονάκι του πυρπολημένο, τα κτήματα του κουρσεμένα, την Τσολάκινα στο χαρέμι κάποιου πασά και τον εαυτό του κρεμασμένο σ’ ένα πλάτανο στη Λάρισα. Γιατί ας το πούμε κι αυτό. Ο κοτζαμπάσης διοικούσε την Ρεντίνα και την γύρω περιοχή με μεγάλη αυστηρότητα Τόσο αυστηρά που έφτασε σ’ ένα τυπικό αμείλικτων, άγραφων νόμων. Έπρεπε να γίνεται πάντα το δικό του. Μια από τις ιστορίες, η πιο χαρακτηριστική για την εποχή του είναι η παρακάτω: Από τον κεντρικό δρόμο της Ρεντίνας δεν μπορούσε να περάσει παρακατιανός (άνθρωπος του λαού), όταν κάθονταν εκεί το αρχοντολόι, οι προεστοί και οι πρώτοι του τόπου. Λέγεται ότι ο Τσολάκογλου ντυμένος με τ’ ακριβά τα ρούχα του, όλο ομορφιά και καμάρι-είχε μίαν απερίγραπτη ευαισθησία στο ντύσιμο του-, καθόταν ένα πρωινό με τους άλλους προεστούς της Ρεντίνας στον πλάτανο της κεντρικής πλατείας του χωριού. Όσο καθόταν εκεί στον πλάτανο οι προεστοί και οι πρωτόγεροι, κι όλοι με τ’ ασημένια μαλλιά, κανένας του λαού δεν είχε το δικαίωμα να περάσει από τον δρόμο της πλατείας. Έπρεπε να λοξοδρομήσει. Κάποτε έγινε και τούτο το παράξενο και περίεργο, ένα παλικαρόπουλο ίσαμε κει πάνω, καμιά εικοσιπενταριά χρονών, ο Θωμάς Καντάρας τ’ όνομα του, απεφάσισε να πατήσει κείνο το πρωινό τον άγραφο νόμο. Πέρασε μπρος από τους προεστούς. Κατάπληκτοι στέκονταν οι γέροντες, όταν ο Τσολάκογλου σηκώθηκε απάνω και φώναξε τον Ρεντίνα. Ο νεαρός πλησίασε και τότε με μια γροθιά ο προεστός τον έριξε καταγής. «Να δεις κι εγώ με τι τρόπο θα σε χτυπήσω» είπε το παλικάρι στον προεστό. Έφυγε αμέσως στο βουνό, ενώθηκε με τον αρχιληστή Γκολέκα και του είπε το σχέδιο του. Τον χινόπωρο του 1802 ο ληστής μαζί με τον Θωμά Καντάρα, κατέβηκαν στην Ρεντίνα και άρπαξαν την κοτζαμπασίνα Τσολάκινα. Σαν φτάσανε οι ληστές στα λημέρια τους, ζυγίσανε την αρχόντισσα και στείλανε μήνυμα στον Τσολάκογλου: πενήντα έξη πουγκιά, δηλαδή πεντακόσιες οκάδες ασήμι γύρευαν για λίτρα - είκοσι οκτώ χιλιάδες ασημένια γρόσια. Ο κοτζαμπάσης Τσολάκογλου πρόσταξε να μην κυνηγήσει κανένας τους ληστές, για να μαζέψει το ασήμι που του γύρευαν αναγκάστηκε να δανειστεί από φίλους του και να πουλήσει τα τσιφλίκια του που είχε στον Πύργο Ιθώμης, στους πρόποδες της οροσειράς των Αγράφων. Δώσανε λοιπόν το ασήμι στους ληστές και πήραν την αρχόντισσα γυναίκα. Όλα τα καλά, ωστόσο, έχουν ένα τέλος. Ύστερα από καιρό βλέπεις πανάρχαια ιστορία, ο άνθρωπος το ’χει έτσι να κυνηγά την μοίρα του, ν’ ακολουθεί το πεπρωμένο του. Ο κοτζαμπάσης Τσολάκογλου με εντολή του Χουρσίτ Πασά, απαγχονίστηκε στην Λάρισα στις 8 Ιούλη του 1822. 
Λέγεται ακόμα και αυτό  χωρίς να είναι απόλυτα τεκμηριωμένο, ότι γενάρχης πρόσωπο άλλο σημαντικό  της Ρεντίνας, ήταν κάποιος που έφερε το όνομα Ρεντίνας. Πιθανόν να ήταν τσοπάνης και το καλοκαίρι ν’ ανέβαινε με το κοπάδι του στον ορεινό αυτό τόπο και τον βρήκε κατάλληλο να καθίσει οριστικά. Πιθανόν επίσης να ήρθε στα μαχαίρια με κάποιους στα ριζά του κάμπου και για να σώσει το τομάρι του, αναγκάστηκε να φύγει και να έρθει εδώ πάνω σε μικρότερο μέρος, όπου και εγκαταστάθηκε. Όπως και να ’χει το θέμα αυτό, αυτός υπήρξε πρόγονος της θρυλικής προσωπικότητας, φημισμένης για το θάρρος και την παλικαριά, του Νάκου Ρεντινιώτη ή (Μπλαρόγιαννου). Ο Νάκος Ρεντινιώτης απέκτησε το παρανόμι Μπλαρόγιαννος, γιατί στα νεανικά του χρόνια κατέβηκε στον κάμπο, μπροστά και έξω από την Καρδίτσα, στο τσιφλίκι του Οσμάνμπεη που βρισκόταν κοντά στο παλιό τσιφλίκι του Βάργια, όπου έκλεψε δυο καλοζωισμένα μουλάρια και τα οδήγησε στα ορεινά γνωστά του κατατόπια της Ρεντίνας. Είχε καθώς το μολογούσαν λεβεντιά και θάρρος περίσσιο ο Νάκος Ρεντινιώτης και ήταν ευχάριστος στην συμπεριφορά του και γεμάτος καλοσύνη στα ζωντανά του, αφού τον ακολουθούσε πάντα – σαν πιστό σκυλί – ένα μανάρι του (μικρό αρνάκι), που τον αγαπούσε πολύ. Στα μετέπειτα χρόνια, κάποτε του επιτέθηκε ένα βόδι και ήταν έτοιμο να τον ξεκοιλιάσει, όμως ήταν τέτοιο παλικάρι ο Νάκος που το έπιασε με τα χέρια του από τα κέρατα, το ’βαλε κάτω και σφίγγοντας το στο λαιμό με δύναμη υπερβολική κατάφερε να το πνίξει. Ένα ακόμη γλαφυρό επεισόδιο από την πολυτάραχη ζωή του είναι, όταν κάποια φορά που τον κυνηγούσαν οι Τούρκοι γιατί ξεσήκωνε τους Ρεντινιώτες εναντίων τους και αυτοί μανιασμένοι θέλανε να τον ξεκάνουν Καθώς λοιπόν οι Τούρκοι καθοδηγούμενοι από τα αποτυπώματα του αλόγου του πάνω στο χιόνι, ξεκίνησαν να τον πετύχουν στο καλύβι του στην Τσάτσα για να τον συλλάβουν, όμως ο πανούργος Νάκος είχε βάλει τα πέταλα του αλόγου του ανάποδα και φαινόταν ότι πήγαινε προς την Τσάτσα, ενώ αυτός ερχόταν από την Τσάτσα στην Ρεντίνα, έτσι ξεγέλασε λοιπόν τους Τουρκαλάδες και για μια άλλη φορά έσωσε το κεφάλι του. Το πιο σημαντικό γεγονός όμως για αυτόν και για άλλους Ρεντινιώτες που είχαν κτήματα στην Τσάτσα, ήταν όταν οι κάτοικοι γειτονικών χωριών καταπάτησαν τα εύφορα κτήματα τους. Τότε ο Νάκος Ρεντινιώτης κατέδειξε το πιο αξιοθαύμαστο στοιχείο του θάρρους και της παλικαριάς του. Αφού κρέμασε την κάπα του στον στροερό ενός αλωνιού, γύρισε και είπε με δυνατή φωνή στους καταπατητές. «Αύριο που θα ’ρθω να πάρω την κάπα μου να μην βρω κανέναν σας εδώ». Τ’ άκουσαν σιωπηλά με σκυμμένο κεφάλι οι ξενοχωρίτες και πράγματι ο φόβος και ο τρόμος έπιασε τόπο και οι καταπατητές, τα μάζεψαν και έφυγαν εγκαταλείποντας αυτό το εγχείρημα τους.

Το Μοναστήρι της Ρεντίνας

ΣΗΜΕΙΑ ΕΠΙΣΚΕΨΗΣ 
Βόλτα στο ποτάμι
Στην δασώδη κατάβλαστη διαδρομή κατηφορίζοντας από το χωριό για το Μοναστήρι, συναντάμε το παλιό τοξωτό πέτρινο γεφύρι στα Μαντάνια του ποταμού Ονόχωνου, που κυλά νωχελικά ανάμεσα στα πυκνά και καταπράσινα πλατάνια, περνώντας δε κοντά από τον παλιό οικισμό Τσάτσα, τις περιοχές Πλάκας, Λούτσας και τον Καλογηρόμυλο, ανύποπτος για το τι πρόκειται να συμβεί, καταλήγει και χύνεται πλέον στην Λίμνη Σμοκόβου. Λένε πως οι μύθοι είναι αιώνιοι. Ο μύθος όμως του Ονόχωνου, που περνά από την Ρεντίνα και με τις χειμωνιάτικες κατεβασιές του, από το σκούξιμο του «βάζουν» τα γύρω βουνά, ορμητικός και οργισμένος από το κακό του, έπνιξε κάποτε σε ώρες φουσκονεριάς, τα γαϊδούρια στην προσπάθεια τους να τον περάσουν. Ο Ονόχωνος ένα λιγόνερο ποτάμι, γιος του Πηνειού, σχηματίζεται από τα ρέματα και τους στέρφους χείμαρρους της περιοχής. Στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής του διαβαίνοντας διαβρώνει τις απόκρημνες και δύσβατες χαράδρες, από όπου διέρχεται ανάμεσα στις βουνό πλαγιές και τα λαγκάδια της Ρεντίνας σταματάει πλέον το τρέξιμό του και φυλακίζεται στην βα ριά πόρτα του ταμιευτήρα της λίμνης Σμοκόβου. Οι Ρεντινιώτες μιας άλλης εποχής νανουρίστηκαν και ζύμωσαν τα παιδικά τους χρόνια με το βούισμα του, είδαν το νερό του να κινεί την βαριά μυλόπετρα, πότισαν τις εύφορες λογγιές, που έθρεψαν την πείνα των χωρικών, με τα γιδοπρόβατα που στάλιζαν δίπλα σε τούτα τα ήμερα κατατόπια και την σμίξει με τα πλατάνια δεξοζερβά, που σκίαζαν τα γάργαρα νερά του. Κοιτάζοντας τα νερά του να κυλούν, νιώθεις και τον χρόνο να κυλά γοργός, αγύριστος, μα χωρίς να τελειώνει ποτέ. Γενιές και γενιές διάβηκαν την κοίτη του, χαριτολογώντας, μα και απογοητεύτηκαν, όταν στις χειμωνιάτικες «κατεβασιές» του δεν έβρισκαν το πρόχειρο γεφύρι στην θέση του, όταν μουγκρίζοντας σαν θεριό, παράσερνε ότι κι αν έβρισκε μπροστά του. Οι τέσερες νερόμυλοι, που υπήρχαν παλιότερα στο χωριό, αποτελούν αψευδείς μάρτυρες της υψηλής πληθυσμιακής πύκνωσης του. Με την παρουσία του ο μύλος εδώ σημάδεψε έντονα την ζωή ολοκλήρων γενιών και σήμερα έρημος και αγέρωχος εκεί στην ακροποταμιά κουβαλάει τα θραύσματα από την πραγματικότητα του χθες μέσα στην άβυσσο των χρόνων. 
Η Ιερά Μονή Ρεντίνας Ι. Μ.. Ρεντίνας-το Μοναστήρι της Παναγιάς 
Σε απόσταση επτά χιλιομέτρων από το χωριό στα όρια των νομών Καρδίτσας και Φθιώτιδας, ακινητεί αιώνες τώρα το αναμφισβήτητα λαμπρό μνημείο της περιοχής και καμάρι της Ρεντίνας, το περίφημο Μοναστήρι της Παναγιάς, η Σταυρο- πηγιακή Ιερά Μονή Ρεντίνας. Αφιερωμένη αρχικά από ιδρύσεως της στη μνήμη της Κοίμησης της Θεοτόκου, αλλά επειδή είναι τοποθετημένη εκεί και η η κάρα του Αγίου Βασιλείου πρε- σβυτέρου Αγκύρας, που μαρτύρησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουλιανού του παραβάτου το 362 μ. Χ., τιμάτε και στην μνήμη του. Σφραγίδα της Ιεράς Ο Άγιος Βασίλειος προστάτης Σταυροπηγιακής Μονής της των ποιμένων και πολιούχος του χω- Θεοτόκου Ρεντίνας ριού, πανηγυρικά τιμάτε στις 22 Μαρτίου, φυλάσσεται δε από τα τέ- λη του 18ου αιώνα που ήρθε στην Μονή και η οκταγωνική ασημένια τίμια κάρα του, αξιόλογο έργο από Καλαρρύτες αργυροτεχνίτες. Η δε φορητή εικόνα του Αγίου εκλάπη δυστυχώς το 1973. Πρωτοχτίστηκε η Μονή στα Βυζαντινά χρόνια τιμάτε δε με βαθύτατο σεβασμό στο όνομα της Κοίμησης της Θεοτόκου και πανηγυρίζει με ξεχωριστή λαμπρότητα την γιορτή της Παναγίας στις 15 Αυγούστου, με μεγάλη προσέλευση των κατοίκων ακόμη και από τα γύρω χωριά. Το ιστορικό καστρομοναστήρι καύχημα της περιοχής είναι κτισμένο μέσα σε πανέμορφο δάσος κατάφυτο με βελανιδιές, στην κατηφορική πλευρά λόφου των απρόσιτων κορυφών των Αγράφων. Τείχια γερά και πεντάψηλα ολοτρόγυρα, μοιάζει σαν κάστρο. Το κτιριακό του συγκρότημα αποτελείται από το καθολικό Αθωνικού τύπου και δύο πτέρυγες κελιών, η τριώροφη ανατολική και η διώροφη δυτική. Στην πλακόστρωτη αυλή και στο μέσο της υψώνεται το περικαλλές καθολικό με τον τρίκογχο τρούλο, το περίκομψο επιχρυσωμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο Ρωσικής προέλευσης και οι δεσποτικές εικόνες έργα του ζωγράφου Ιωάννη, τις ιδιαίτερα με τα μισοσβησμένα χρώματα των βυζαντινών καιρών αξιόλογες βυζαντινής τεχνοτροπίας αγιογραφήσεις, τον εσωνάρθηκα, τον εξωνάρθηκα και τα παρεκκλήσια στις πλάγιες πλευρές του, αριστερά των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου και Αγίου Νικολάου και δεξιά του Τιμίου Προδρόμου. Πότε ιδρύθηκε το φημισμένο Μοναστήρι κορώνα της Ρεντίνας, δεν είναι ακριβώς γνωστό. Σύμφωνα με κατά επιτόπια παράδοση και λεγόμενα των γεροντοτέρων είναι πολύ παλιό, υπήρξε χρονολόγηση το 1020 τόσα. Δυστυχώς η πλάκα εκείνη στην οποία αναγραφόταν η σχετική χρονολογία δεν υπάρχει σήμερα. Στο καθολικό όμως και στο μέσο περίπου του εξωτερικού τοίχου της κόγχης του Ιερού, υπάρχει εντοιχισμένη αναμνηστική πλάκα, που μνημονεύει ότι η ανακαίνιση ολόκληρου του Μοναστηριού και του Ναού, έγινε το 1579 επί ηγουμένου Δαμασκηνού ιερομόναχου. Δεύτερη ανακαίνιση του Ναού έγινε το 1640 δαπάνες του Μόσχου Στραβοένογλου, το δε 1662 σύμφωνα με την κτιτορική επιγραφή, που βρίσκεται πάνω από την δυτική θύρα, με την οποία το καθολικό της Μονής επικοινωνεί με τον νάρθηκα, πρωτοαγιογραφήθηκε ο ναός από τον ζωγράφο Ιωάννη με την συνδρομή και δαπάνες του άρχοντος Φράγγου Στραβοένογλου και ηγουμένου του ιερομόναχου Θεωνά. Ο περιτειχισμένος περίβολος του Μοναστηριού και ο χαρακτήρας του δημιουργεί την εντύπωση οχυρού Φρουρίου. Ο πέτρινος ισχυρός περίβολος περικλείει όλο το κτιριακό συγκρότημα, που αποτελείται από το Καθολικό Αθωνικού τύπου και τις δύο πτέρυγες κελιών, η τριώροφη ανατολική και η διώροφη δυτική μετά των βοηθητικών χώρων την πλακόστρωτη αυλή, στο μέσο της οποίας υψώνεται το περικαλλές Καθολικό με τον τρίκοχο τρούλο. Όμοιες πτέρυγες με κελιά, αποθήκες και βοηθητικούς χώρους, υπήρχαν άλλοτε και στις δύο άλλες πλευρές, τη βόρεια και την νότια. Η βρύση του Μοναστηριού βρίσκεται έξω από τον περίβολο της, απέναντι από την δευτερεύουσα ανα- τολική είσοδο. Η καμάρα της βρύσης μικρού βάθους διατρυπάτε από τον υδροφόρο κρουνό που καταλήγει στην λεγομένη «κοπάνα» απ’ όπου πίνεται το δροσερό νερό. Το τετρακίονο περικαλλές Καθολικό συγγενεύει με τον αγιορείτικο τύπο με βασικό χαρακτηριστικό τον τρίκογχο τρούλο. Στην βορειοδυτική γωνιά του εντός του κυρίως ναού βρίσκεται κρύπτη στην οποία κατέρχε- ται κανείς με μικρή σκάλα, στην υπό- γεια αυτή κρύπτη τοποθετούσαν κατά σειρά τα κρανία των κοιμηθέντων μο-ναχών της μονής, μερικά από τα οποία διατηρούνται μέχρι σήμερα. Είναι σημαντικό μνημείο λόγω της α της αρχαιότητας, του καλλιτεχνικού πλούτου, της ιστορικής θρησκευτικής παράδοσης, αλλά και της συμμετοχής σ στην παράλληλη ιστορία της Ρεντίνας. Γνώρισε ξεχωριστή ακμή στο πέρασμα της ιστορίας, αφού παλαιά υπαγόταν στην επισκοπή Λιτής και Ρ Ρενδίνης και κατά την Τουρκοκρατία υπήρξε φρούριο των αγωνιστών της της κλεφτουριάς. Στο μοναστήρι της υπεραγίας Θεοτόκο έγινε το 1657 η εκλογή του επισκόπου Λιτζάς και Αγράφων Ιακώβου, που υπήρξε ο 25ος κατά σειράν επίσκοπος Θαυμακού. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει το μεγάλο κύρος που είχε κατά την εποχή εκείνη. Στους τοίχους του εξωνάρθηκα του ναού υπάρχουν γραμμένες με ανεξίτηλο μελάνι ενθυμήσεις ιστορικών γεγονότων. Μια από αυτές του 1789 αναφέρεται στον διωγμό των Κοντογιαναίων από τον Αλή Πασά, άλλη του 1793 για επίσκεψη στην Μονή του αρχιερέως Νέων Πατρών ή Πατρατζίκι, συνοδεύοντας με τον επίσκοπο Θαυμακού τον Μητροπολίτη Λαρίσης Διονύσιο και άλλη του 1817 για την τριήμερη επίσκεψη του Αλή Πασά στην Ρεντίνα. Ανάμεσα στα κελιά της δυτικής πτέρυγας υπάρχει το αθέατο παρεκκλήσι του Τιμίου Σταυρού, όπου η μυστική θύρα είναι είσοδος, που οδηγούσε σε μια μεγάλη κρύπτη και λειτουργούσε κατά την παράδοση το κρυφό Σχολείο στην εποχή της Τουρκοκρατίας. Η Μονή κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας γνώρισε μεγάλη άνθιση και αριθμούσε 50 μοναχούς. Είχε στην κατοχή της πλούσια μετόχια στις γύρω περιοχές, Κατάχλωρο, Σμόκοβο, Δομοκό και Τσούκα, ακόμη διατηρούσε μετόχι στην Μόσχα της Ρωσίας, όπου με ουκάζιο (χρυσόβουλο) του Τσάρου Αλέξιου Μιχαήλοβιτς ταξίδευαν συχνά για χρόνια οι μοναχοί της. Ήταν πλούσια με κήπους, αλώνι, αχυρώνα, μελίσσια, στάβλο, κτηνοτροφία και φυσικά είχε δωμάτια για την φιλοξενία επισκεπτών, διατηρούσε δε ακόμη εξαιρετική βιβλιοθήκη και νοσοκομείο για α-πόρους. Είχε μεγάλα κοπάδια γίδια, πρόβατα, πολλά βόδια και γελάδες. Ακόμα είχε μεγάλη κτηματική περιουσία, είχε χωράφια, γύρω και μακρύτερα τα οποία καλλιεργούσαν. Λέγεται από τους παλιούς είχε τόσα πολλά σταφύλια και για να μην τα κουβαλάνε όλα στο μοναστήρι, τα πατούσαν επί τόπου και είχαν κιούγκια που ερχόταν ο μούστος στο μοναστήρι. Η Ιερά Μονή Ρεντίνας λόγω της γεωγραφικής θέσης όπου κατείχε και της ισχυρής οικονομικής της αυτοτέλειας, αποτέλεσε αρκετές φο-ρές σημείο μαχών κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, πνευματικό κέντρο και αποκούμπι των αρματολών. Η Μονή Ρεντίνας ακόμη κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, υπήρξε λόγω της πνευματικής ακτινοβολίας της, σπουδαίο εκκλησιαστικό κέντρο και φυτώριο Ιεραρχών που τίμησαν την Εκκλησία. Από την Ρεντίνα πέρασε και δίδαξε ο εθναπόστολος και εθνεγέρτης Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. . Από την αδελφότητα της Μονής Ρεντίνας προερχόταν ο Αρχιερέας Ιερόθεος της επισκοπής Νέων Πατρών ή Πατρατζίκι (Υπάτης), ο οποίος συνόδευσε με τον επίσκοπο Θαυμακού τον Μητροπολίτη Λάρισας Διονύσιο. Την δε ημέρα της εορτής του Τιμίου Σταυρού το 1796 χειροτονείται από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Καλλίνικο, ο εκ Ρεντίνας προερχόμενος Δοσίθεος, ως Μητροπολίτης Αχρίδας (Σερβίας). Η μεγάλη πνευματική ακτινοβολία του Μοναστηριού οφειλόταν κατά κύριο λόγο, στην καλλιέργεια σε αυτό των γραμμάτων και την προσπάθεια να ανεβάσει το μορφωτικό επίπεδο των γύρω πληθυσμών. Στην Μονή λειτούργησε η Ανωτέρα Σχολή Παιδείας, όπου το 1757 δίδαξε ο επιφανής διδάσκαλος Παπαδημήτρης, προς τον οποίον υπάρ-χει γράμμα του Πατριάρχη της Πόλης Καλλίνικου Δ΄ του Ζαγοραίου. Ιδιαίτερα αξιόλογη ήταν η βιβλιοθήκη της και οι χειρόγραφοι κώδικες σε μεμβράνες. Το 1848 οι οπλαρχηγοί της Στερεάς Ελλάδας, Παπακώστας Τζαμάλας, και Βαγγέλης Μπαλατσός, μετά από αποτυχημένο κίνημα τους βρήκαν καταφυγή στην Μονή Ρεντίνας. Το δε 1854 και το 1867 έγιναν μάχες μέσα στο Μοναστήρι με ντόπιους οπλαρχηγούς και Τούρκους. Η ερείπωση της Μονής ολο-κληρώθηκε το 1867 και παρ’ όλα ταύτα το 1881, είχε ακόμη επτά μοναχούς. Ύστερα εγκαταλείφθηκε και πολλά από τα χειρόγραφα και τούς κώδικες, που κατείχε, χάθηκαν. Για λίγα χρόνια έγινε μετόχι της Μονής Κορώνας και το 1927 ο λόγιος, Μητροπολίτης Ιεζηκιήλ επανασύστησε την Μονή. Λέγεται κατά πως έχουν να μολογούν οι γέροντες, ότι ο καλόγερος Αβραάμ κατά κόσμο Γεώργιος Ρούσκας διαμαρτυρόταν στον επίτροπο Νικολάκη Μυλωνή, για καταπάτηση των χωραφιών της Μονής, από τους γύρω κτηνοτρόφους. Μια και δυο ο καλόγερο κατεβαίνει στην Καρδίτσα και καβάλα στ’ άλογο μπαίνει στο Χάνι του Μυλωνή. Στην διαμαρτυρία του Μυλωνή «ε! βρε καλόγερε με το άλογο μπαίνεις στο μαγαζί» ο καλόγερος ψύχραιμα απαντά «το ίδιο δεν κάνουν και οι δικοί σου στο μοναστήρι».  
Το καστανοδάσος της Πουρνόβρυσης 
Ναός της φύσης είναι το βασίλειο της καστανιά, η παρουσία εδώ απλή κατάθεση λατρείας και μυσταγωγική τελετουργία, μοιάζει με τον απόκρυφο κόρφο, όπου η πλάση κρύβει τους παραμυθένιους θησαυρούς της. Θεία δώρα, η πράσινη πανοπλία του, η φιλόξενη κι ανακουφιστική γαλήνη του, οι φιλτραρισμένοι ανασασμοί του, οι ζωογόνοι ίσκιοι, ο φτερωτός του κόσμος και τα άλλα ζωντανά του δάσους. Πουλιά, μαμούδια, σερπετά, ζουζούνια και μικρά άγρια ζώα του λόγγου, ζουν και ανασαίνουν την δική τους ιδιαίτερη ζωή, μαλώνουν και συζητούν με μεγάλες τσιριξιές. Γύρω σου όλο το μεγαλείο της φυσικής δημιουργίας και μέσα σου ένα αληθινό γιορτάσι, ένα αναγάλιασμα της ψυχής και έμπνευσης μοναδικής. Πιο χαμηλά οι γέρικες καστανιές αναθυμούνται με νοσταλγία τα περασμένα και διηγούνται στα πρεμνοφυή φιντάνια τους, τα παλιά χαρούμενα καλοκαιρινά πρωινά και τα φθινοπωρινά ξεφαντώματα. Άγιος Φανούριος στην Πουρνόβρυση Εδώ στην γοητευτική τοποθεσία βρίσκεται η περίφημη πετρόκτιστη βρύση, που το γάργαρο δροσερό νερό της ευφραίνει την ψυχή. Μέσα στα φύλλα των δένδρων, το καλοκαίρι χιλιάδες τζιτζίκια τραγουδούν τη χαρά της θερμής μέρας και τάγματα από πεταλούδες που παφλάζουν συνεχώς φτεροκοπώντας και το χνούτο τους μυρίζει εξοχή. Εδώ έφτασε και η μεγάλη θρησκευτική λατρεία των κατοίκων της Ρεντίνας, όπου κοντά στον αυτοκινητόδρομο, πριν λίγα χρόνια κτίσθηκε το πανέμορφο ξωκλήσι του Αγίου Φανουρίου, που συγκεντρώνει πλήθος πιστών την ημέρα της γιορτής του.
ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ 
Παραδοσιακές εκδηλώσεις– το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου 
Απολαύστε στο Μοναστήρι την παραμονή το απόγευμα, τον κατανυκτικό εσπερινό και την αρτοκλασία υπό το φως των κεριών και μετά μοιραστείτε τη φασολάδα, που προσφέρουν οι καλογριές και παρακολουθείστε την ολονύκτια αγρυπνία. Ανήμερα δε με την πανηγυρική θεία λειτουργία και δοξολογία, θα νιώσετε τη βαθιά θρησκευτικότητα του χώρου να σας κατακλύζει, μοναδικές στιγμές μαγικής ανάτασης και θείας μέθεξης. Η κάψα του Αυγούστου, η ανοιχτωσύνη του νου μεταμορφώνει τις λαμπάδες, πάνω στα μπρούτζινα μανουάλια, σε κέρινα γλυπτά και θα ψελλίσετε, όπως και εγώ, την ευχή «σαν σήμερα Παναγία μου, το ’χω καλά ταμένο, να είμαι πάντοτε καλά, στην Χάρη σου να πηγαίνω, κι απόψε Παναγία μου, χάρη θα στο ζητήσω, στην Ρεντίνα πάλι να ξαναρθώ, για να σε προσκυνήσω». Τον Δεκαπενταύγουστο, σύσσωμο όλο το χωριό γιορτάζει. Στις πλατείες του χωριού γίνεται το διήμερο πανηγύρι, με κλαρίνα, ψητό αρκετό, μπύρες άφθονες και χορό στον ρυθμό του τσάμικου, από τους ντόπιους κατοίκους και τους Ρεντινιώτες της διασποράς, που μαζεύονται στο χωριό, το οποίο σφύζει από κόσμο. Το μεγάλο πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου στη Χάρη της Παναγιάς της μάνας των Ελλήνων, σημείο για αναφοράς για κάθε Ρεντινώτη και κάθε χρόνο συσπειρώει τους Ρεντινιώτες της διασποράς, που μαζεύονται για το ετήσιο «Αντάμωμα». Το αντάμωμα γίνεται αφορμή για να ενωθούν τα κλωνάρια της οικογένειας, να σμίξουν συγγενείς και φίλοι από παιδιά. Είναι αυτό που κρατάει την κοινωνία ζωντανή, προάγει τις σχέσεις των ανθρώπων, αναζωογονεί φιλίες και κάνει τους ανθρώπους να λένε μ’ όλη τους την καρδιά «και του χρόνου». Είναι πάνω απ’ όλα τούτος ο ερχομός στην Ρεντίνα, επιθυμία προσωρινού έστω γυρισμού. Είναι η ανάγκη αναβάπτισης σε χώματα με τόσες μυρωδιές και τόσες αγαπημένες μνήμες. Ο Δεκαπενταύγουστος είναι για τους Έλληνες της υπαίθρου, αλλά και για τους Ρεντινιώτες, ημέρα γιορτής και γλεντιού και δικαιολογημένα τον αποκαλούν «ως Πάσχα του καλοκαιριού». Κι αν φροντίσετε να βρεθείτε κάποτε στο πανηγύρι του χωριού, μην διστάσετε να πιαστείτε και σεις χέρι χέρι, να μεγαλώσει ο χορός και να φαρθήνει ο κύκλος και ν’ ανταμώσουν οι φωνές σας με των χωριανών.
Πολιτιστικές-χορευτικές εκδηλώσεις 
Αυτές τις μέρες ο Σύλλογος των Απανταχού Ρεντινιωτών με πολύχρονη παρουσία και δράση, διοργανώνει πολυήμερες και πολυάριθμες πολιτιστικές εκδηλώσεις «το Φεστιβάλ του Ορεινού Αύγουστου- τα Ρεντινιώτικα» που λέμε και ειδικότερα εορταστικό πρόγραμμα με ζωντανή μουσική και χορούς από τις νέες και τους νέους, που κατάγονται από την Ρεντίνα, ντυ- μένους με τοπικές ενδυμασίες και το συγκρότημα καταχειροκροτείται. Εκτός από τις χορευτικές αυτές εκδηλώσεις, δίδονται επίσης συναυλίες με λαϊκή ή παραδοσιακή μουσική, από γνωστούς και καταξιωμένους καλλιτέχνες και ακόμη διάφορες θεατρικές παραστάσεις. 
Η πνευματική ζωή στο χωριό 
Στο χωριό η μόνη πνευματική εκδήλωση ήταν από παλιά ο εκκλησιασμός. Οι καμπάνες, φανταχτερές, γλυκόλαλες με το ξεσηκωτό μελωδικό κάλεσμα τους για την εκκλησία, θυμίζουν κάθε γιορτή και σχόλη. Οι κάτοικοι θεωρούσαν παλιά σπουδαιότερες τις γιορτές των Αγίων παρά τις Κυριακές, για αυτό κάθε γιορτή αρκεί να υπήρχαν εορτάζοντες, τηρούσαν όλες τις αργίες απέχοντας από κάθε σοβαρή δουλειά, αρκεί να άκουγαν την καμπάνα αποβραδίς, ότι την άλλη μέρα ήταν γιορτή. Μπορεί τις Κυριακές μερικοί να μην πήγαιναν στην εκκλησία, αλλά στις γιορτές τους πήγαιναν όλοι, γιατί ήταν άνθρωποι θεοφοβούμενοι με τον τρόπο τους. Δημοτική Βιβλιοθήκη Τα μορφωτικά αγαθά σήμερα αποτελούν πολιτιστική και κοινωνική επένδυση, το έντονο χρώμα της μονότονης ροής της ζωής στο χωριό, και της έλλειψης ποικίλων ερεθισμάτων, κυρίως κατά τους χειμερινούς μήνες, απαιτούν μια πολύ σωστή κίνηση και αξιέπαινη πρωτοβουλία για ίδρυση Βιβλιοθήκης.
Πολιτιστικοί Σύλλογοι 
Στην Ρεντίνα εδρεύουν ο σύλλογος Προστασίας Μουσείου Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Τέχνης και ο σύλλογος Φίλων Μουσείου Εθνικής Αντίστασης Ρεντίνας και Αγράφων. Αυτοί που έφυγαν για να εγκατασταθούν σε ξένους τόπους ποτέ δεν ξέχασαν την ιδιαίτερη πατρίδα. Στην νέα τους εγκατάσταση δημιούργησαν Συλλόγους, για την σύσφιξη των μεταξύ τους σχέσεων, για την συμπαράσταση και την αλληλεγγύη. Στην Αθήνα δε εδρεύει ο Σύλλογος των Απανταχού Ρεντινιωτών, που ιδρύθηκε το 1957 και σε όλο το χρονικό διάστημα από την ίδρυση του, έχει αναπτύξει μια πολύ πλούσια και πολύπλευρη δραστηριότητα. Εκδίδει ανελλιπώς από τον Ιούλιο του 1961 την τριμηνιαία εφημερίδα «Ρεντινιώτικα Νέα», που αποτελεί το μέσο ενημέρωσης και επικοινωνίας του κάθε Ρεντινιώτη και πασχίζει στην διατήρηση των δεσμών με την γενέθλιο γη, τον τόπο της ψυχής του. Πριν αρκετά χρόνια ο Σύλλογος κατάφερε να αγοράσει ένα διαμέρισμα στην οδό Στουρνάρη 45, όπου λειτουργεί σαν γραφεία του και τόπος συνάντησης των Ρεντινιωτών της Αθήνας. Ο Σύλλογος των Απανταχού Ρεντινιωτών, διοργάνωσε ή συμμετείχε σε πάρα πολλές εκδηλώσεις, με πολιτιστικό περιεχόμενο και δραστηριοποιείται εκτός των άλλων, στους τομείς της παράδοσης και του πολιτισμού. Μεγάλη δραστηριότητα αναπτύσσουν και οι πατριδοτοπικοί σύλλογοι αποδήμων Ρεντινιωτών, που υπάρχουν επίσης και στις πόλεις Βόλου, Λαμίας, Λάρισας και Τρικάλων, όπου διαβιούν σήμερα πολλοί ξενιτεμένοι Ρεντινιώτες. Οι Σύλλογοι έδωσαν και δίνουν ζωντανό πολιτιστικό παρόν, δυνάμωσαν και σύσφιξαν τις σχέσεις μεταξύ των συγχωριανών και συνέβαλαν στην δημιουργία έργων κοινής ωφέλειας, αποτελούν δε ελπίδα δημιουργίας και προσφοράς για το μέλλον.
Η Ρεντίνα –πρώτη στα γράμματα 
Το ορεινό και άγονο έδαφος του χωριού ανάγκαζε τους Ρεντινιώτες, να στρέφονται προς τις τέχνες και τα γράμματα. Η Ρεντίνα σήμερα έχει να παρουσιάσει ένα αξιόλογο κατάλογο γραμματισμένων, έβγαλε πολλούς επιστήμονες και τώρα έχει πολλούς και βγαίνουν πάμπολλοι. Τι να σας τα λέω, δεν είναι υπερβολική η διαπίστωση, ότι κάθε σπίτι και κάθε οικογένεια έχει κι από ένα άτομο τουλάχιστον, απόφοιτο ή φοιτητή Ανωτάτης Εκπαίδευσης.

Λαογραφία και παραδόσεις

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ
Χωρίς καμιά αμφιβολία η πολιτιστική κληρονομιά του τόπου μας είναι ο πιο πολύτιμος θησαυρός, διότι μέσα από αυτή την κληρονομιά δίνεται η ταυτότητα, η ύπαρξη στο χρόνο, αλλά και η ιστορική συνέχεια για την κάθε γενιά, που βρίσκουν έκφραση και υπόσταση. Τα έθιμα κάθε τόπου υφαίνουν τον τρόπο ζωής των κατοίκων του, δημιουργώντας το λαϊκό πολιτισμό. Τα ήθη και τα έθιμα μας συνδέο-νται με την διαδρομή όλων εκείνων που έζησαν σε αυτή την περιοχή, ενώ λειτουργούν ως άγραφοι νόμοι στους σταθμούς της ανθρώπινης ζωής. Σε όλη την χρονική περίοδο, από τα παλιά ως σήμερα, οι Ρεντινιώτες προσπάθησαν να διατηρήσουν τα εθνικά χαρακτηριστικά, τη γλώσσα, τη πολιτιστική κληρονομιά και τη θρησκεία. Αυτή η προσπάθεια φαίνεται στα διάφορα ήθη και έθιμα, στα δημοτικά τραγούδια, στα τοπωνύμια και στο γλωσσικό ιδίωμα. Τα μεγάλα ή μικρά επεισόδια της καθημερινής ζωής των προγόνων μας, τα δημιουργήματα, οι πρακτικές και οι τρόποι ζωής τους, που αποτελούν την κατασταλαγμένη πείρα του παρελθόντος και που διασώθηκαν κυρίως προφορικά από γενιά σε γενιά. Αυτή η περασμένη και ξεπερασμένη, αν θέλετε στάση ζωής των προγόνων μας, αυτή η παράδοση, που έρχεται από το μακρινό ή κοντινό παρελθόν, μας κάνει να πρέπει να ανεβούμε στους ώμους των προγόνων μας, για να οραματιστούμε το μέλλον. Ο τόπος μας έχει τα δικά του ήθη, έθιμα και παραδόσεις. Κάποια έχουν επιβιώσει ως τις μέρες μας, ενώ κάποια άλλα αποκτούν σάρκα και οστά μόνο μέσα από τις διηγήσεις του παππού και της γιαγιάς. Η προφορική παράδοση αποτελεί σημαντική πηγή για την Ιστορία, καθόσον μάλιστα τα στοιχεία που με μορφή διηγήσεων επιβεβαιώνονται αργά ή γρήγορα από άλλες ιστορικές πηγές. Δεν μπορούμε λοιπόν ν’ αδιαφορήσουμε και για την παράδοση της Ρεντίνας η οποία μάλιστα καλύπτει αρκετά θέματα. Άλλωστε όσο περνούν τα χρόνια, όλο και περισσότερο τα έθιμα και οι παραδόσεις αποτελούν κομμάτι, ενός κόσμου που φεύγει και την θέση τους παίρνουν πιο μοντέρνες συνήθειες. Όμως ήθη, έθιμα, συνήθειες, πατροπαράδοτες παραδόσεις, δρώμενα είναι εικόνες και ήχοι που φωλιάσανε στην καρδιά μας και παραμένουν για να επιβεβαιώνουν την ύπαρξη τους. 
Μύθος και παράδοση 
Ότι συνέβη στο παρελθόν, πρέπει να καταγράφεται, μόνο έτσι εξασφαλίζεται ένα καλλίτερο μέλλον. Κάποιος μύθος ή παράδοση ή ακόμη κάποια δημοτικά τραγούδια, συμβάλλουν στην καταγραφή θα έλεγα αληθινών γεγονότων, που συνθέτουν αυτή τη ίδια την ιστορία. Και όλα αυτά που συνδέονται με τον μύθο και την κληρομούμενη παράδοση, συντηρούνται και μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, γιατί η παράδοση είναι κάτι ζωντανό και όχι πεθαμένο, όπως είπε και έγραψε ο Γιώργος Σεφέρης. Και κατά κάποιο τρόπο το ίδιο έλεγε ο Αϊνστάιν γράφοντας, «Ανέβηκα στις πλάτες των προγόνων μου, για να δω το μέλλον μου». Πράγματι ποιος θα καταπιανόταν με τους αρματολούς και τους κλέφτες της προεπαναστατικής περιόδου, αν δεν υπήρχε το δημοτικό τραγούδι για να συντηρήσει όχι μόνο τον μύθο, μα κι αυτή την ίδια την ιστορία. Αυτό το απαράμιλλο συναπάντημα μύθου, παράδοσης και ιστορίας βρίσκουν την απόλυτη δικαίωση στο χώρο της Ρεντίνας 
Το βούτηγμα στο νερό 
Ένα διασκεδαστικό έθιμο τα παλιά τα χρόνια ήταν, το βούτηγμα στο νερό την μέρα των Φώτων. Όλοι έπρεπε να ξυπνήσουν πρωί και πάνε στην λειτουργία, γιατί όταν έβγαζε τ’ άγια ο παπάς και τύχη να ’ χουν αργοπορήσει ή να λείπουν μερικοί από τους χωριανούς, οι άλλοι τους πιάνανε στο τέλος της λειτουργίας και τους βούταγαν στο νερό της Μεγάλης βρύσης. Μόνο αν πληρώνανε ένα καλό ποσό για την εκκλησία, τους απάλλασσαν.
Τα Μπαϊράκια
Αναλλοίωτο συνεχίζει να παραμένει μέχρι σήμερα το έθιμο «Μπαϊράκια» που αναβιώνει την δεύτερη μέρα του Πάσχα, οι κάτοικοι φρόντισαν όλα αυτά τα χρόνια να το συντηρούν, ως αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους και να το μεταφέρουν από γενιά σε γενιά. Η συμμετοχή στα Μπαϊράκια θεωρείται τιμητική για τον καθένα και γι’ αυτό σχεδόν όλοι οι κάτοικοι του χωριού μετέχουν με το δικό τους τρόπο σ’ αυτό. Η Ρεντίνα που αποτελεί τον ιδανικό τόπο εορτασμού της Κυριακής του Πάσχα, την δεύτερη μέρα του στην κεντρική πλατεία, σύμφωνα με την παράδοση, πανηγυρικά αναβιώνει το τοπικό έθιμο «Μπαϊράκια», ένα είδος δημοπρασίας των λαβάρων, δηλαδή όποιος πλειοδοτήσει σε χρήματα έχει την τιμή να κρατήσει κάποια εικόνα (μπαϊράκι).
Το ύψωμα των δένδρων
Ένα άλλο αυθεντικό λατρευτικό έθιμο εδώ και πάνω από τρεις αιώνες είναι, το λεγόμενο ύψωμα των δέντρων, δηλαδή ο αγιασμός τους. Την Δευτέρα του Πάσχα γίνεται λιτάνευση των λαβάρων και των εικόνων, όπου περιφέρονται και διέρχονται από συγκεκριμένα και καθορισμένα σημεία, που περιβάλλουν τον κατοικημένο χώρο, τον ορίζουν και τον καθαγιάζουν. Η τελετουργική επανάληψη δεήσεων, οι στάσεις, και η ανάγνωση ευχών σε συγκεκριμένα σημεία της διαδρομής από όπου διέρχεται η λιτανευτική πομπή, είναι σαν να τον ζώνουν προστατευτικά το χωριό και στο τέλος «υψώνουν» τα δένδρα, δηλαδή βάζουν μέσα σε κάθε κορμό τους από ένα κομμάτι αντίδωρο. 
Ο παραδοσιακός γάμος
Στην Ρεντίνα και στα Άγραφα όλοι σχεδόν οι γάμοι γινόταν ύστερα από προξενιό, ο έρωτας την εποχή εκείνη, ήταν παράνομος. Έτσι τα είχανε κανονίσει οι κανόνες της ηθικής. Σπάνια ο γαμπρός πήγαινε στον πατέρα της κοπέλας να την ζητήσει. Στελνόταν ο προξενητής από τον πατέρα του γαμπρού και αν τα συμφωνούσαν για την προίκα, όριζαν τους αρραβώνες, που γινόταν στο σπίτι της νύφης. Οι καλεσμένοι συνήθως είχαν μαζί τους δώρα για την νύφη, η οποία τους περίμενε στην πόρτα. Αφού κάθιζαν στο τραπέζι και πίνανε λίγο κρασί πιάνανε το τραγούδι. Στο τραπέζι ήταν ένα πιάτο με τα δακτυλίδια δεμένα μέσα σε ένα μεταξωτό μαντήλι μαζί και τα κουφέτα, ο νουνός φορούσε τα δακτυλίδια στους μελλονύμφους κάνοντας τρεις αλλαγές, έτσι ώστε το δακτυλίδι της νύφης να μείνει στο χέρι του γαμπρού και του γαμπρού στης νύφης. Την Τετάρτη πριν την Κυριακή του γάμου στο σπίτι της νύφης και την Παρασκευή στου γαμπρού, γινόταν τα προζύμια και την άλλη μέρα ζυμώνανε την κουλούρα, την δε επομένη των προζυμιών γινόταν τα καλέσματα στον γάμο, από τρία παιδιά με την «κόφα» στολισμένη με λουλούδια και γεμάτη κρασί. Την Παρασκευή οι συμπέθεροι του γαμπρού πήγαιναν στο πατρικό σπίτι της νύφης, για να παραλάβουν τα σεντούκια με τα προικιά, κουβέρτες, χράμια, τραγότσολα, κουρελούδες, φλοκάτες, μαξιλάρια, τορβάδες, δισάκια, στρωσίδια και άλλα πολλά. Ενώ την Κυριακή η γαμήλια τελετή έφτανε στην κορύφωση στο σπίτι της νύφης. Όλες οι κοπέλες του χωριού αναλάμβαναν το στόλισμα της, ενώ στου γαμπρού γινόταν το ξύρισμά του. Ο γαμπρός κατά την διάρκεια του ξυρίσματος κρατούσε στα χέρια του πιάτο, στο οποίο οι φίλοι και οι συγγενείς ρίχνανε διάφορα νομίσματα για φιλοδώρημα, ο κουρέας δε προφασιζόμενος ότι δεν έκοβε το ξυράφι, υποχρέωνε τους συγγενείς να ρίχνουν χρήματα να το ακονίσει. Την προκαθορισμένη ώρα ξεκίναγε το συμπεθεριό με τα όργανα από το σπίτι του γαμπρού για να πάρει την νύφη, που παρέμενε στο δωμάτιο της. Ο πεθερός παράδιδε την κόρη του μόνο αν ο γαμπρός έσκυβε και του φιλούσε το χέρι και έπαιρνε το συμβολικό δώρο του. Ο γαμπρός δώριζε στην νύφη τα παπούτσια, που αναλάμβανε να της τα φορέσει ο αδελφός του γαμπρού ή ο νουνός στρώνοντας τα με χαρτονομίσματα για να χωρέσουν. Στην συνέχεια το συμπεθεριό συνόδευε τους μελλονύμφους στην εκκλησία. Μετά την τέλεση του μυστηρίου, επέστρεφαν στο σπίτι του γαμπρού και όταν φθάνανε έξω από την πόρτα της πεθεράς λέγανε «που ’σαι μάνα του γαμπρού και πεθερά της νύφης, έβγα να δεις τον αργυρό σου γιο με την χρυσή τη νύφη». Στην είσοδο δε τους περίμεναν ο πατέρας και μάνα του γαμπρού, κρατώντας μια κούπα με μέλι και καρύδια, τα οποία προσέφεραν στο ζευγάρι με την ευχή να είναι γλυκιά χωρίς πίκρες η ζωή τους. Η νύφη, αφού ευχαριστούσε την πεθερά της, έπαιρνε ένα μήλο στολισμένο με λουλούδια και αρκετά χρήματα τα πετούσε προς το μέρος των καλεσμένων, όποια δε κοπέλα έπιανε το μήλο το θεωρούσε γούρι για μια καλή τύχη. Ακολουθούσε η προσφορά από τους συγγενείς στη νύφη ποτηριού γεμάτου με κρασί, το οποίο έχυνε σε τέσσερα σημεία σταυρωτά. Η πεθερά τις έδινε μετά την κουλούρα, που η νύφη την έσπαγε στο κεφάλι της και μοίραζε τα κομμάτια στους καλεσμένους. Έπειτα την πλησίαζε ο πεθερός της και της έταζε κάποιο κτήμα, περιβόλι ή αμπέλι και η νύφη τον προσκυνούσε τρεις φορές, πατώντας δε σε ένα σιδερένιο αντικείμενο και με το δεξί της πόδι έμπαινε στο σπίτι και ο πεθερός της έλεγε φωναχτά «νύφη μου εδώ που σε ’φεραν, εδώ να καμαρώσεις, σαν κυπαρίσσι να στηθείς σαν δέντρο να ριζώσεις, να κάμεις γιους μαλάματα και ασημένιες κόρες». Κατόπιν άρχιζε το γαμήλιο γλέντι, που οι προετοιμασίες στο σπίτι του γαμπρού άρχιζαν από τα ξημερώματα. Το κλαρίνο και τα όργανα έπαιζαν ασταμάτητα, πρώτη τον χορό έσερνε η νύφη ακολουθούσε ο γαμπρός, ο κουμπάρος και οι συμπέθεροι. Μετά το γαμήλιο γλέντι και την ολονύκτια διασκέδαση, το πρωί της Δευτέρας οι συμπέθεροι έπαιρναν τη νύφη, που κρατούσε κανάτα, πετσέτα και σαπούνι και την οδηγούσαν στη βρύση του χωριού, για να πάρει νερό, τραγουδώντας το γαμήλιο τραγούδι «τώρα τα πουλιά, τώρα τα χελιδόνια, τώρα η πέρδικα …». Η νύφη άλειφε πρώτα τη βρύση σταυρωτά με βούτυρο και στην συνέχεια γέμιζε την κανάτα με νερό που το έριχνε σε καθένα από τους συμπεθέρους και νίβονταν, στο τέλος ξαναγέμιζε την κανάτα με νερό και το μετέφερε στο σπίτι.
Το ξεφλούδισμα του καλαμποκιού
Οι καθημερινές ασχολίες των κατοίκων ήταν συμβατές, με το βαρύ ανθρώπινο μόχθο και τον ιδρώτα. Η απεραντοσύνη του τοπίου, η ποικιλομορφία του εδάφους, οι πτυχώσεις και οι βαθιές χαραδρώσεις της γης, τα γρανιτένια βράχια, το έλατο, η δρυς, η οξιά , το βλάστημα των δένδρων και το ανθοβόλημα των λουλουδιών, η μυρωδιά του κέδρου, του ξηραμένου χορταριού, του νοτισμένου χώματος και ο μάγος ήλιος λες και ξεσηκώνουν την λευτεριά και όταν ακόμη το κορμί δερνόταν και μάτωνε, στο αμπέλι, στο χωράφι, στη βοσκή, για να έρθει το καρβέλι της φαμελιάς πάνω στον ταπεινό σοφρά. 
Το ξεφλούδισμα γινόταν το βράδυ και τούτο γιατί την μέρα ο καθένας είχε την δική του δουλειά να κάνει. Στη μέση του σπιτιού θα ’ταν ο σωρός του καλαμποκιού και γύρω στο χώρο κυκλικά, τ’ αγόρια, τα κορίτσια, οι άντρες, οι γυναίκες και οι γέροι, θ’ άρχιζαν το ξεφλούδισμα, εκεί τότε θ’ άρχιζαν τα κουτσομπολιά , τα τραγούδια, τα αινίγματα και κυρίως το παιχνίδι της κολοκυθιάς. Το ξεφλούδισμα του καλαμποκιού (ζομπόκι), ήταν αλληλοβοήθεια, ήταν κοινωνική εκδήλωση, ήταν νυφοδιάλεγμα. Πόσοι και πόσοι κρυφοί πόθοι και ακόμη κρυφότερες επιθυμίες, δεν γεννήθηκαν με μια ματιά γεμάτη νόημα, με ένα ερωτικό τραγούδι ή με ένα πιάσιμο του χεριού, στον χορό που σχεδόν πάντα ακολουθούσε. 
Τα νυχτέρια
Τα χειμωνιάτικα βράδια ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες κυλούσαν παλιά ευχάριστα για τους κατοίκους. Οι γείτονες τότε συγκεντρωνόταν, πότε στου ενός το σπίτι και πότε του άλλου και νυχτέρευαν. Στις μακρινές νύχτες του χειμώνα μπροστά στη φωτιά του τζακιού, οι γυναίκες άρχιζαν τις καθαρά γυναικείες δουλειές, όπως το γνέσιμο και το πλέξιμο, δουλειές που δεν τις επέτρεπαν οι ασχολίες να κάνουν άλλη ώρα της ημέρας. Στη θέση του τραγουδιού, του αστείου και του χορού το αντικαθιστούσαν η διήγηση κάποιου παραμυθιού, κάποιας παλιάς ιστορίας του χωριού, κάποιος μύθος. Τα νυχτέρια ήταν συνάθροιση της ζεστής επικοινωνίας στα χρόνια εκείνα, κάτι σαν τα σημερινά πάρτι. Οι μεγάλες γιορτές άλλοτε και τώρα 
Ο ορεινός χαρακτήρας του χωριού και η δύσκολη πρόσβαση σε αυτό, υπήρξαν καθοριστικοί παράγοντες στην διαμόρφωση του χαρακτήρα των κατοίκων. Μέσα σε ένα φυσικό περιβάλλον και σε κάθε βήμα τους αποκομμένοι, βρίσκανε διέξοδο στις γιορτές και τα πανηγύρια, εκτονώνοντας έτσι την ανάγκη τους για επαφή και διασκέδαση. Πέρα από τις τοπικές γιορτές του χωριού, οι κάτοικοι συναντούν ευκαιρίες για γλέντι και χορό, στα πανηγύρια, στους αρραβώνες και στους γάμους. Η ζωντάνια του χαρακτήρα τους, ψάχνει καθημερινά ευκαιρίες απόδρασης από τον καθημερινό κάματο. Ακατάλυτη συνήθεια αιώνων τα πανηγύρια, προς τιμή θεών ή αγίων δεν έχασαν ποτέ την αίγλη τους. Από τα Διονύσια και τα Παναθήναια, ως τις γιορτές προς τιμή του Χριστού, της Θεοτόκου, ή άλλων Αγίων, όπως κατάφερε τελικά να επιβάλει στην θέση τους η εκκλησία.
Τα Χριστούγεννα 
Με το «διάταγμα των Μεδιολάνων» το 312 μ.Χ. και ύστερα αρχίζει η διάδοση της Χριστιανικής θρησκείας. Η γιορτή της γέννησης του Χριστού καθιερώθηκε να γιορτάζεται στις 25 Δεκεμβρίου τον 5ο αιώνα, από δε τον 13ο αιώνα και μετά απέκτησαν μεγάλη σημασία και διαδόθηκαν τα κάλαντα. Τα Χριστούγεννα μέρες γιορτινές, μέρες χαράς, για όλους τους ανθρώπους, μέρες που όλοι περιμένουν με συγκίνηση και χαρά, μα πιο πολύ τα παιδιά. Ένα μήνυμα που τα παιδιά πρέπει να στείλουν σε όλα τα σπίτια του χωριού. Παραμονή Χριστουγέννων στα σοκάκια του χωριού ξεπροβάλουν οι πρώτες παρέες παιδιών, αψηφώντας το κρύο ή την βροχή χτυπούν τις πόρτες των σπιτιών του δικού τους μαχαλά πρώτα και αργότερα όλου του χωριού. Φέρνουν το μήνυμα της γέννησης του Θεανθρώπου και τραγουδούν, από σπίτι σε σπίτι με χαρούμενη φωνή τα κάλαντα Οι νοικοκυρές των σπιτιών ανοίγουν τις πόρτες και ακούν το χαρμόσυνο μήνυμα, υποδέχονται τα παιδιά προσφέροντας τα γλυκίσματα, τα κουλούρια και δίνουν σε όλα χρήματα. Από τα Σατουρνάλια, Ρωμαϊκή γιορτή, επιβίωσε το έθιμο της σφαγής των χοίρων, τα λεγόμενα χοιροσφάγια ή «γουρνοχαρά». Την παραμονή σε όλο το χωριό αντηχεί η κραυγή των χοίρων, που σφάζονται και ολόκληρη η οικογένεια βοηθάει την νοικοκυρά να ετοιμάσει τα θαυμάσια μπουμπάρια, τα εξαιρετικά λουκάνικα και τις περίφημες τσιγαρίθρες (απομεινάρια λιωμένου λίπους). 
Η Πρωτοχρονιά 
Η πρώτη μεγάλη γιορτή του χρόνου. Οι μανάδες εκτός από τις άλλες φροντίδες την παραμονή ετοιμάζουν την βασιλόπιτα. Η βασιλόπιτα είναι ένα παλιό έθιμο που κληρονομήθηκε από τους προγόνους μας. Με το σχόλασμα της εκκλησίας όλη η οικογένεια γυρίζει στο σπίτι και ο νοικοκύρης κόβει την πίτα, το πρώτο κομμάτι του Χριστού, ύστερα της Παναγίας, του Αγίου Βασιλείου, του σπιτιού και κατόπιν των μελών της οικογένειας. Μέσα στην βασιλόπιτα η νοικοκυρά βάζει ένα νόμισμα, ένα κομμάτι πουρνάρι, που συμβολίζει την καλή υγεία των ζωντανών (κτηνοτροφία) και ένα κομμάτι άχυρο, που συμβολίζει την καρπο-φορία της γης (γεωργία). Την παραμονή της πρωτοχρονιάς οι παιδικές συντροφιές βγαίνουν στους δρόμους τραγουδώντας τα Αγιοβασιλιάτικα κάλαντα. 
Τα Θεοφάνια 
Τα Φώτα όπως αλλιώς λέγονται, είναι μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης. .Μετά την θεία λειτουργία ακολουθεί, ο αγιασμός των υδάτων στην Μεγάλη βρύση και στην συνέχεια ο παπάς γυρνά τα σπίτια του χωριού για τον αγιασμό. Στην παράδοση αναφέρονται και οι Καλικάντζαροι, ανθρωπόμορφα τέρατα, που εμφανίζονται το δωδεκαήμερο μεταξύ Χριστουγέννων και Φώτων, εξαφανίζονται με τον Αγιασμό των υδάτων. Εμφανίζονται στους ανθρώπους, μόλις σκοτεινιάζει και εξαφανίζονται πριν λαλήσει ο πετεινός. Στο διάστημα αυτό βασανίζουν με οποιοδήποτε τρόπο όσους κυκλοφορούν στους δρόμους και ο μόνος τρόπος να ξεφύγει κανείς, είναι να τους ξεγελάσει και να τους απα-σχολήσει πετώντας τους διάφορα αντικείμενα ή φαγώσιμα. 
Οι Απόκριες 
Μια ξεχωριστή θέση στο πάνθεον των εκδηλώσεων των κατοίκων του χωριού κατέχουν οι εκδηλώσεις των Αποκριών. Η λαϊκή ζωή έδωσε στις Απόκριες ένα περιεχόμενο χαράς και γιορτής, ανασυν-δέοντας έτσι την παράδοση με αρχαιότατα παγανιστικά ήθη και έθιμα. Το έθιμο της αποκριάς έχει προχριστιανική προέλευση, αντιστοιχεί με τις Διονυσιακές γιορτές των Αρχαίων Ελλήνων και με τα Λουπερκάλια των Ρωμαίων. Ο γιορτασμός ξεκινά δέκα μέρες νωρίτερα με την Τσικνοπέμπτη, Η παράδοση λέει ότι εκείνη την βραδιά, οι γυναίκες του χωριού ντυνόταν καρναβάλια και άφηναν τα φαγητά στην φωτιά, με αποτέλεσμα αυτά να καίγονται και να γεμίζει όλο το χωριό με μυρωδιά «τσίκνας». Στις αλλαγές των εποχών από τα πανάρχαια χρόνια, οι άνθρωποι επικαλούνται ανώτερες δυνάμεις για να εξασφαλίσουν, υγεία, ευημε-ρία και γονιμότητα για αυτούς και τα ζώα τους. Τα αποκριάτικα έθιμα του τόπου πηγάζουν, από αυτή την ανθρώπινη ανάγκη για την εξασφάλιση. Επί πλέον αποτελούν ένα μέσο ελεύθερης έκφρασης, αφού σύμφωνα με το νόμο του καρναβαλιού, η σοβαρότητα, η τάξη και οι καθορισμένοι κοινωνικοί ρόλοι αμφισβητούνται και ανατρέπονται. .Άνδρες μεταμφιέζονται σε γυναίκες, ηλικιωμένες γυναίκες σε λεχώνες, νέοι σε ηλικιωμένους και άνθρωποι σε ζώα. Τα γέλια, οι χοροί, τα αθυρόστομα τραγούδια που λέγονται «ξεδιάντροπα» και τα ολονύκτια γλέντια κυριαρχούν μέχρι το τέλος της Αποκριάς. Τα μασκαρέματα αρχίζουν από την πρώτη εβδομάδα και κορυφώνονται την Κυριακή της Τυρινής και την Καθαρά Δευτέρα. Η μεταμφίεση στηριζόταν στην φαντασία του καθενός και φυσικά στα φανταχτερά υφάσματα του μπαούλου του κάθε σπιτιού. Οι παρέες των μασκαρεμένων ξεχυνόταν στους δρόμους και τα πρόσωπα του θιάσου όπως, ο γιατρός, ο παπάς, ο αστυνόμος, ο γαμ-πρός, η νύφη, ο γέρος, η γριά και καμιά φορά ο αράπης και η αρκούδα, εμφανιζόταν στις πλατείες και τα σοκάκια του χωριού, σατι-ρίζοντας και αυτοσχεδιάζοντας. Λέγεται ότι ο αείμνηστος και αλησμόνητος πατέρας μου, έκανε με επιτυχία τον γιατρό και το παρατσούκλι αυτό του κόλλησε για πάντα, αφού και για μένα ακόμη λένε το παραγκώμι «ο γιος του γιατρού». 
Η Πασχαλιά 
Το θρησκευτικό γεγονός της Ανάστασης συναντήθηκε με την αναγέννηση της ανοιξιάτικης φύσης και δημιούργησαν «Μέρα Λαμπρή» το Ελληνικό Πάσχα. Είναι η σημαντικότερη γιορτή της Ορθοδοξίας, γιατί γιορτάζεται η Ανάσταση του Χριστού και η νίκη του πάνω στον θάνατο. Την Μεγάλη Πέμπτη όλες οι νοικοκυρές, αφού έχουν ήδη τελειώσει το καθάρισμα του σπιτιού, φτιάχνουν τα τσουρέκια και βάφουν τα κόκκινα αυγά και τα κορίτσια του χωριού το βράδυ μετά την σταύρωση ξενυχτούν στολίζοντας τον επιτάφιο, με άφθονα λουλούδια και «δακράκια της Παναγίας», που μάζεψαν πάνω στο βουνό. Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής, σε όλες τις εκκλησίες γίνεται η ταφή του Χριστού, οι καμπάνες δεν έχουν πάψει να χτυπούν λυπητερά και μόλις σουρουπώσει το βράδυ της ίδιας μέρας, γίνεται η περιφορά του Επιταφίου ψάλλοντας το «η ζωή εν τάφω και το αι γενεαί πάσαι...». Στην ακολουθία περιφοράς του Επιταφίου μπροστά ο Σταυρός -άδειος πια-, το κουβούκλιο με τον επιτάφιο, ο παπάς, οι ψάλτες και πάρα πίσω το πλήθος με αναμμένες λαμπάδες να στραφταλίζουν σαν αστράκια μες την νύχτα, ένας πύρινος χείμαρρος που αργοκινείται στους δρόμους του χωριού. Πολύ πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, σχεδόν όλοι σφάζουν τον «Λαμπριώτη» το καλοθρεμμένο αρνί, που έχει την κυρίαρχη θέση στο πασχαλινό τραπέζι και μαγειρεύουν την μαγειρίτσα από φρέσκα κρεμμυδάκια και τα εντόσθια του αρνιού. Τα μεσάνυχτα ακριβώς ο παπάς βγαίνει από το ιερό κρατώντας τη λαμπάδα αναμμένη με το άγιο φως ψέλνοντας «το δεύτε λάβετε φως», όλοι τρέχουν ποιος θα πρωτοανάψει την δική του λαμπάδα με το νέο Άγιο φως. Ο παπάς και οι ψαλτάδες βγαίνουν στο προαύλιο της εκκλησιάς γίνεται η Ανάσταση του Χριστού, στην οποία συμμετέχουν όλοι οι χωρικοί ψέλνοντας το Χριστός Ανέστη, και τότε γίνεται χαλασμός κόσμου. Βαρελότα και χαλκούνια, τρακατρούκες, πυροτεχνήματα, και βεγγαλικά αστράφτουν και βροντάνε, κάτω από τις ασταμάτητες κωδωνοκρουσίες των παιδιών που συν αγωνίζονται, πιο θα χτυπήσει δυνατότερα και γρηγορότερα την καμπάνα. Χτυπούν οι καμπάνες γιορτάζοντας μέσα σε μια μεθυστική ατμόσφαιρα την Ανάσταση του Κυρίου. Οι πιστοί μέσα και έξω από την εκκλησιά, δίνουν μεταξύ τους το φιλί της αγάπης και τσουγκρίζουν και από ένα κόκκινο αυγό μύτη με μύτη και όποιος σπάσει του άλλου, το έχει σε καλό. Όταν τελειώσει η φασαρία μερικοί παραμένουν μέχρι να τελειώσει η λειτουργία, πολλοί φεύγουν. Φτάνοντας στο σπίτι με τον καπνό της λαμπάδας, σχηματίζουν ένα μαύρο σταυρό στο ανώφλι της εξώπορτας και οι νοικοκυρές ανάβουν με το νέο φως το καντήλι. Ύστερα οι νοικοκυρές ετοιμάζουν το τραπέζι ενώ οι υπόλοιποι τσουγκρίζουν και τρώνε κόκκινα αυγά. Στο τραπέζι σερβίρετε η μαγειρίτσα, τυρόπιτες, γαλατόπιτες και άλλα φαγητά. Ανήμερα του Πάσχα πρωί πρωί ο νοικοκύρης θα ετοιμάσει την φωτιά και τις σούβλες για το αρνί και το κοκορέτσι. Στην αυλή του σπιτιού θα γίνει μεγάλο γλέντι με το γύρισμα της σούβλας. Τα παιδιά όπως κάθε χρόνο, συναγωνίζονται στο γύρισμα και ο τόπος μοσχοβολάει τσίκνα, που ανεβαίνει στον ουρανό και ευφραίνει τις καρδιές. 
Το παλιό πανηγύρι της Παναγιάς 
 Άλλος καιρός άλλες συνήθειες, παλιά το πανηγύρι γινόταν στο Μοναστήρι, που είναι το πιο ιστορικό της περιοχής και το χρησιμοποιούσαν σαν καταφύγιο κλέφτες και αρματολοί την περίοδο της επανάστασης κατά την Τουρκοκρατία. Ανήμερα της μεγάλης γιορτής της Παναγιάς, πρωί-πρωί με το γλυκοχάραμα πριν σκάσει ο ήλιος, έπαιρναν το δρόμο και τα μονοπάτια, που οδηγούσαν στο Μοναστήρι, για να προσκυνήσουν την εικόνα της Μεγαλόχαρης. Ξεκινούσε ολόκληρο το χωριό, γέροι, νέοι και μικρά παιδιά, κατηφόριζαν άλλοι καβάλα στα γαϊδουρομούλαρα και άλλοι πεζοί προς το ποτάμι, από τα δαντελωτά μονοπάτια, που έμοιαζαν με ένα ατέλειωτο φίδι, που σέρνεται πολύχρωμο και πολύβουο και τράβαγαν στα ριζά του βουνού για το Μοναστήρι, με τους τροβάδες γεμάτους τρόφιμα και δαμιτζάνες κρασί για το πανηγύρι, διανύοντας μια απόσταση επτά χλμ. Η κάθε οικογένεια είχε το δικό της λημέρι, έστρωναν μαντανίες και χράμια για να κάθονται κάτω από τα δένδρα και ο εορτασμός γινόταν μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα. Μετά την λειτουργία ακολουθούσε φαγοπότι, πειράγματα και οι οργανοπαίχτες πήγαιναν από παρέα σε παρέα και παίζανε τραγούδια της τάβλας, που ζητούσε η κάθε παρέα. Όλοι ντυμένοι με τα καλά τους, τρωγόπιναν, λιανοτραγουδούσαν και χόρευαν κάτω από τους ήχους της ντόπιας κομπανίας με το χαρακτηριστικό κλαρίνο. Το κρασί έρεε άφθονο και πάγκοι με παραδοσιακές πίτες και γλυκίσματα στηνόταν στην καταπράσινη πλαγιά, ενώ η μυρωδιά του ψημένου κρέατος, πλανιόταν στον αέρα. Έχουν να το λένε, μοσχοβολούσε ο τόπος απ’ τα σουβλισμένα κριάρια και σειόταν από τα όργανα, τα λαλούμενα και τους πήδους. Το απόγευμα μετά το μεθύσι γινόταν χορός στην λάκα στο αλώνι , όπου φούντωνε ο χορός και η χαρά και κόντευαν να σπάσουν τα όργανα, άλλο που δεν ήθελαν κι οι γύφτοι, να βγάλουν τον κόπο τους με τα λεφτά που τους κολλούσαν στο κούτελο όσοι έρχονταν στα κέφια, Όταν δε ο ήλιος έφτανε στην κορυφή των βουνών και άρχιζε να χασμουριέται επιδεικτικά, ξεκινούσαν όλοι για το χωριό συνεχίζοντας το γλέντι στην πλατεία του χωριού, μέχρι τις πρωινές ώρες με άφθονη μουσική, χορό και φαγοπότι. Τότε εκείνο τον καιρό οι Ρεντινιωτοπούλες λαμπροφορεμένες με τα πλουμιστά γιορντάνια και με τα ξόμπλια τους χόρευαν αρχοντικά και μεγαλόπρεπα, «είχαν χαρά με την ελαφράδα τους, χωρίς φτερά πετούσαν, στο χώμα δεν πατούσαν, στη γη δεν ακουμπούσαν», κι οι γέροντες αναθυμιόταν με καημό τα νιάτα τους και λέγανε: Αχ, να ’σαν τα νιάτα δυο φορές, τα γερατειά καμία. Οι δε χορευτές με τα γιορτινά τους ρούχα έκοβαν με την πυρωμένη ανάσα τους, τα φύλλα των πλατανιών της πλατείας, καθώς κάτω από τον λυγμό του κλαρίνου και τον θρήνο του βιολιού και με το περίτεχνο και εκρηκτικό χορό τους, πάσχιζαν να γδάρουν το κορμί τους και να αφήσουν καταγής τα κόκαλα τους, πηδώντας δε εξαγνισμένοι να φθάσουν στους ουρανούς. Τα κορμιά ξελευτερωμένα από τον καθημερινό μόχτο, πηδάγανε σαν φλόγες κατά τον ουρανό και τα φιλούσε το αεράκι και τα χάιδευε το φεγγάρι, κι εκειδά τα ’βρισκε το σήκωμα του ήλιου. Τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές έρχονται στο νου μου, θύμησες του αειμνήστου και καλόκαρδου πατέρα μου, που κάτω από τους ήχους του αγαπημένου του τραγουδιού «στου παπαλάμπρου την αυλή…», χόρευε με ξέσπασμα ψυχής τον λεβέντικο τσάμικο χορό του. Κι’ αυτό γιατί του αποθαμένου γονιού, μόνο τα καλά θυμάται το παιδί. Ο μακαρίτης ο πατέρας μου ήτανε ανοιχτόκαρδος, έδειχνε κατάνόηση και περνούσε πάνω από τα πράγματα. Μπλεξίματα δεν είχε ποτέ, πάντα κρατιότανε πεισματικά έξω από τις όποιες φαγωμάρες και τις όποιες φατρίες του χωριού. 
Οι Ελληνικοί χοροί και ο λεβέντικος τσάμικος 
Πολύ φημισμένος χορός είναι το Τσάμικο. Ο πηδηχτός χορός τσάμικος ή κλέφτικος, είναι ανδρικός χορός μεγαλοπρεπής ως προς τις κινήσεις του, ιδίως του κορυφαίου, όπου κλαρίνο και πρωτοχορευτής γίνονται ένα σώμα. Όταν η καρδιά οδηγεί τα βήματα στο ρυθμό του η ανάσα γίνεται μεθυστικό παραλήρημα, το σώμα δεν λύνεται, όπως το καλάμι λυγίζει αλλά δεν σπάει. Ο αργός αυτός χορός του μεγάλου πολεμιστή, απαιτεί ευλυγισία, δύναμη στα χέρια και στα πόδια, αλλά και απόλυτο έλεγχο του χρόνου. Κατ’ εξοχήν τοπικός χορός της περιοχής των Αγράφων είναι ο Κλειστός ή Μαζωχτικός, ιδιαίτερα αγαπητός χορός, αρχίζει με αργό βηματισμό και στην συνέχεια από τη μέση του τραγουδιού γίνεται πιο γρήγορος. Άλλοι χοροί που συναντώνται είναι ο Άπιαστος χορός στα τρία με αργή κίνηση, ο πολύ γνωστός ο Συρτός, που καθοδηγείται από ένα χορευτή, που επιδέξια και ζωηρά οδηγεί την ομάδα των υπολοίπων χορευτών, ο Συρτός Κουνιστός χορός σε πιο αργό χρόνο από τον συρτό και με λίγο διαφορετικές κινήσεις και ο Διπλός χορός που είναι συνδυασμός Τσάμικου στην αρχή και Συρτού ή Καλαματιανού στην συνέχεια. 
Το δημοτικό μας τραγούδι 
Το δημοτικό μας τραγούδι είναι γνωστό και ως δημοτική ποίηση. Με το δημοτικό τραγούδι του ο απλός και ανώνυμος δημιουργός τραγούδησε ότι συγκίνησε και δόνησε την ψυχή του. Στα δημοτικά μας τραγούδια ξεχειλίζει η ψυχική ευαισθησία του λαού μας και ο συναισθηματικός του πλούτος. Το δημοτικό τραγούδι έχει αγκαλιάσει όλους τους τόπους του Ελλαδικού χώρου, εξυμνώντας είτε τα ηρωικά κατορθώματα των Ελλήνων, που πολεμούσαν τον κατακτητή, είτε την απλή ζωή των κατοίκων, τα κοινά πάθη, την φτώχεια, τους ξενιτεμένους, τον έρωτα, τα πανηγύρια, τους γάμους, τον θάνατο, την σκλαβιά, αλλά και υμνεί τις υπέροχες φυσικές ομορφιές, σε μια φιλοσοφημένη αρμονία με τα μυθικά στοιχεία. Μέσα στα δημοτικά τραγούδια θαυμάζει κανείς την δύναμη και την ομορφιά του στίχου, πότε με τον άφθαστο λυρισμό και πότε με την απλότητα της πραγματικότητας. Το δημοτικό μας τραγούδι είναι καθρέπτισμα της ψυχής του λαού μας. Είναι η ευαισθησία του απλού ανθρώπου, που εκφράζεται με λόγια και μουσική, που βγαίνουν μέσα από την καρδιά. Ένα τέτοιο θαυμάσιο τραγούδι είναι και ο Θεσσαλικός ύμνος η «Καραγκούνα», που αποτελεί συνάμα και δημοφιλή χορό, ιδίως των καμπίσιων. Με λίγα λόγια τα δημοτικά μας τραγούδια αποτελούν μια εθνική κληρονομιά πλούσια και αυτοτελή, μια παρακαταθήκη μεγαλείου με γνήσιες Ελληνικές αρετές, γιατί έζησαν και άντεξαν μέσα σε μια μακροχρόνια σκλαβιά, μέσα από ένα δύσκολο καθημερινό βίο. Το δημοτικό μας τραγούδι λοιπόν είναι βγαλμένο μέσα από τα σπλάχνα του λαού μας, γεμάτο σοφία, λυρισμό, πόνο, αγάπη και έρωτα.
Η λαϊκή σοφία-παροιμίες 
Τα παραμύθια μας όπως και τα δημοτικά μας τραγούδια, έτσι και οι παροιμίες είναι ένα μέρος της ομιλούμενης καθημερινής γλώσσας, που τις κληρονομήσαμε με τον προφορικό λόγο από γενιά σε γενιά και αποτελούν ένα μεγάλο θησαυρό του τόπου μας. Οι παροιμίες ένα έμμετρος ή πεζός λόγος, που διατυπώνει παρα-στατικά και συχνότατα αλληγορικά μια σοφή γνώμη, μια συμβουλή και αποτελούν καταστάλαγμα λαϊκής σοφίας μέσα στο χρόνο. Κατωτέρω παραθέτουμε δείγμα παροιμιών: Άκουσε γέρου συμβουλή και παθημένου γνώση Βαράει το σαμάρι για να ακούσει ο γάιδαρος Γιος ο γαμπρός δεν γίνεται, και η νύφη θυγατέρα Ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη Η γυναίκα και ο καφές θέλουν ψήσιμο Κάθε πράγμα στον καιρό του και ο κολιός τον Αύγουστο Κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει Λαγός την φτέρη κούναγε, κακό του κεφαλιού του Να άκουγε ο Θεός τον κόρακα, όλοι οι γάιδαροι θα ψοφούσαν Όλα τα πουλιά πάνε και έρχονται και ο σπουργίτης μένει Στους στραβούς κυβερνάει ο μονόφθαλμος Σε σένα τα λέω πεθερά, για να τα ακούσει η νύφη Τόνα χέρι νίβει τ’ άλλο και τα δυο το πρόσωπο Τ’ αμπέλι θέλει αμπελουργό, το σπίτι νοικοκύρη Πάρε γυναίκα από νταμάρι και σκύλα από κοπάδι Ψωμί δεν έχουμε, τυρί ζητάμε Χαρτιά γραμμένα, στόματα βουλωμένα Έχει ο κόσμος πρόβατα, έχουμε και εμείς κουδούνια Βάστα με να σε βαστώ, ν’ ανεβούμε το βουνό Μάθε νέος γράμματα, νά 'χεις καλά γεράματα Τα μακρινά μου κόντεψαν, τα δυο μου γίνανε τρία Γάτα που κοιμάται, ποντίκια δεν πιάνει Στους ξένους τάξε ψέματα και στον γαμπρό αλήθεια Όποιος λυπάται το καρφί, χάνει και το πέταλο Έκατσε η δουλειά στην πόρτα και κυνήγησε την φτώχια Μαλώνουν τα βουβάλια και την πληρώνουν τα βατράχια Με το στανιό ο σκύλος μαντρί δεν φυλάει Αδειανό βαρέλι, φίλο δεν πιάνει Άλλοι σας κόβουν λάχανα κι άλλοι σας μαγειρεύουν Η γριά με την καλή ψυχή, ευρέθη γκαστρωμένη Ο νιος θέλει τα χάδια του και ο γέρος την τιμή του Ο πλούσιος έχει τα φλουριά, κι ο φτωχός έχει το γλέντι κ.λ.π.
ΠΩΣ ΗΤΑΝ ΤΟΤΕ Η ΖΩΗ
Οι βρύσες του χωριού 
Μέσα στο κλίμα της ιερότητας και της υγείας υψώνουν το σεμνό ανάστημα τους και οι λιθόκτιστες βρύσες της Ρεντίνας, με φόντο την πλούσια πρασινάδα των δένδρων και την γλαυκότητα του καταγάλαζου ουρανού. Αρχίζουμε από την αρχαία πηγή την «Μεγάλη» πολυβρύση που δροσίζει για αιώνες τους κατοίκους του κεντρικού μαχαλά. Η ιστορία της «Μεγάλης» βρύσης είναι συνδεδεμένη και με διηγήσεις που έχουν σχέση με την παρουσία όμορφων γυναικών (νεράιδες), που τις νύχτες σε μακρινές εποχές ερχόταν και χτενιζόταν σε αυτή κάτω από το φως του φεγγαριού και χόρευαν και τραγουδούσαν. Όμως το χωριό έχει και άλλες λιθόκτιστες βρύσες, όχι λαμπρές όπως η βρύση «Μεγάλη», όμως καλοχτισμένες με ντόπια πέτρα και πολύ χρήσιμες στους κατοίκους, ακόμη και τώρα που το χωριό απόκτησε υδραγωγείο. Οι βρύσες αυτές που ξεδίψασαν ανθρώπους ζώα και πουλιά είναι η μότσιο, η γριά κάλω, η χαλίκω και η ξιόβρυση. Στις εξοχές και τους χωραφόδρομους της Ρεντίνας υπάρχουν πολλές βρύσες, που ξεδίψασαν τους διψασμένους και πότιζαν τα ζωντανά οι στρατοκόποι, εδώ μνημονεύουμε τις πιο γνωστές, της Πουρνόβρυσης, του Αγίου Μάρκου, του Ζαχαράκι, του Λεπούχι και του Μοναστηριού. Άλλες πολλές νεροπηγές της Ρεντίνας, όπου υπήρξαν κάποτε αληθινοί παράδεισοι και έθρεψαν για αιώνες τους προγόνους μας όπως του Παπαθεονά, του Μπλό, και του ιστορικού «Λαύριο», όπου η άφθαστη ομορφιά του τοπίου κόβει την ανάσα και βρίσκεται το καλλίτερο νερό του χωριού, το πιο εύγεστο, χωνευτικό και πάντα δροσερό. Μια άλλη βρύση είναι η κλεφτόβρυση στην Κατσαντωνέϊκη Πουρνόβρυση με πέτρινη κοπάνα, που σήμερα την έχουν σκεπάσει τα βρύα. Αυτό δείχνει ανάγλυφα ότι οι διαβάτες στις μέρες μας στο μέρος αυτό είναι λιγοστοί, καθώς βρίσκεται σε ένα σημείο μακριά από την δημοσία (αυτοκινητόδρομο), σε πολλά δε σημεία σώζονται ίχνη από το καλντερίμι εκείνου του δρόμου που περνούσε από την Κλεφτόβρυση. Οι κλέφτες σε αυτήν έπιναν νερό, καθώς βρίσκεται σε μέρος δυσ-διάκριτο και μακριά από διαβάσεις. Η άγραφη παράδοση μας διέσωσε τι έπαθε κάποιος Τούρκος Μπέης που περνούσε από εκεί, αποσταμένος ήπιε βιαστικά το παγωμένο νερό της και πέθανε. Το 1961 έγινε το υδραγωγείο του χωριού, αρκετά χρόνια μετά πρωτοστάτησε ο αείμνηστος πρωτοξάδελφος μου Ηλίας Δημ. Κοντακτσής και εμπλουτίστηκε με νερά που έφεραν από την θέση Μπλό. Πρόσφατα έγινε αντικατάσταση των σωλήνων του δικτύου, δεν υπάρχουν πλέον διαρροές και σπασμένα δίκτυα, με αποτέλεσμα να υπάρχει επάρκεια νερού ακόμη και τους καλοκαιρινούς μήνες.
Η παραδοσιακή οικογένεια-φαμελιά 
Περιλαμβάνει τρεις γενιές δηλαδή παππούδες, γονείς, παιδιά και στην ευρύτερη σύνθεση της, θείους, ξαδέλφια, ανίψια. Όλοι όσοι έχουν μεταξύ τους συγγενικούς δεσμούς αποτελούν την γενιά ή το σόι. Η αγροτική και συντεχνιακή δομή της απαιτεί την προσωπική δουλειά όλων. Τα μέλη της οικογένειας συσπειρώνονται γύρω από τον αρχηγό που είναι σεβαστός. Η γυναίκα δουλεύει στο σπίτι και στο χωράφι δίπλα στον άντρα. Τα αγόρια πηγαίνουν στο σχολείο για να μάθουν τα στοιχειώδη γράμματα, αργότερα σαν μεγαλώσουν θα δουλέψουνε τη γης ή θα μάθουν μια όποια τέχνη. Τα κορίτσια μένουν στο σπίτι και καταγίνονται με τα οικιακά, την υφαντική, το κέντημα όταν δεν ακολουθούν στις αγροτικές δουλειές. Τα κορίτσια θεωρούνται «ξένα» γιατί μια μέρα θα παντρευτούν και θα φύγουν από το σπίτι, μαζί θα φύγει και το «βάρος» γιατί πρέπει να προικιστούν. 
Οι συνθήκες ζωής και διαβίωσης 
Οι συνθήκες ζωής στο ορεινό χωριό ήταν και είναι δύσκολες. Όσο όμως πάμε στο χρόνο πίσω, τα πράγματα ήταν ακόμα πολύ χειρότερα. Οι άνθρωποι έμεναν σε πετρόκτιστα σπίτια και μέσα σ’ αυτά στεγαζόταν άνθρωποι και ζώα. Τα σπίτια αυτά δεν πληρούσαν ούτε ένα ελάχιστο επίπεδο άνετης διαβίωσης και οι άνθρωποι αναγκαζόταν να κουβαλούν το νερό για τις στοιχειώδεις ανάγκες τους από κοντινές πηγές, κάτω από οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες. Η ζωή δυσκόλευε πιο πολύ κατά την διάρκεια του χειμώνα, όπου η υγρασία, η λάσπη, το κρύο, οι αρρώστιες, μαζί με την έλλειψη βασικών αγαθών (φαγητό, ρούχα, παπούτσια) συνέθεταν μια ζοφερή πραγματικότητα. Τα ρούχα ένδυσης ήταν χοντρά μάλλινα, τα παπούτσια τα έφτιαχναν από χοντρό δέρμα στον τσαγκάρη ή στην χειρότερη περίπτωση τα έφτιαχναν μόνοι τους από δέρμα γουρουνιού (γουρνοτσάρουχα). Το εμπόριο που θα τόνωνε και θα αναβάθμιζε τη ζωή των κατοίκων ήταν υποτυπώδες, έως ανύπαρκτο για το βασικό λόγο της μη ύπαρξης οδικής σύνδεσης με τις πόλεις. Η έλλειψη οδικού δικτύου είχε αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία και περίθαλψη των αρρώστων, οι οποίοι θα έπρεπε να μεταφερθούν με άλογο ή μουλάρι και τις περισσότερες φορές ήταν αργά. Με το πέρασμα του χρόνου όμως και με κοπιαστική δουλειά, τα πράγματα σιγά σιγά άρχισαν να αλλάζουν προς το καλλίτερο। Χτίστηκαν δίπατα σπίτια, οι άνθρωποι ανέβηκαν στον όροφο ή ανώι και το ισόγειο ή κατώι έγινε αποθήκη, για την σοδειά, τα γεννήματα, καθώς και τα εργαλεία της δουλειάς τους. Οι παλιές κατοικίες, τα χαμόσπιτα και οι χαμοκέλες έγιναν αποκλειστικά στάβλοι για τα ζώα. Κάποια στιγμή οι άνθρωποι αντιλήφθηκαν την αναγκαιότητα της οδικής σύνδεσης με τις γειτονικές πόλεις και με κασμάδες και φτυάρια, άνδρες και γυναίκες, με υπεράνθρωπες προσπάθειες άνοιξαν δρόμους. Το γεγονός αυτό ήταν που άλλαξε θεαματικά την ζωή στο χωριό. Σε λίγο το λυχνάρι αντικαθίσταται από την λάμπα πετρελαίου και αργότερα με το ηλεκτρικό. Οι τροφές πλέον δεν φυλάσσονται στο φανάρι, αλλά ασφαλώς στο ψυγείο. Οι συνθήκες δουλειάς από δύσκολες έως απάνθρωπες. Αυτό γιατί οι δουλειές της υπαίθρου ήταν και είναι πάντα βαριές και δύσκολες. Γίνονταν γιατί έπρεπε, γιατί ήταν ζωτική ανάγκη, κάτω από οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες. Ο ζευγολάτης έπρεπε να σπείρει τα χωράφια του με τα βόδια, το μουλάρι ή το άλογο, αυλακιά την αυλακιά, σπυρί το σπυρί, το σιτάρι, το κριθάρι ή ότι άλλο, με το βοριά να τον διαπερνά και το κρύο και τη βροχή να του τσακίζει τα κόκαλα. Αργότερα θα ’πρεπε να σκάψει τ’ αμπέλια με το ξινάρι, να οργώσει και να σπείρει τις οψιμιές. Να τα σκαλίσει αργότερα ένα, δύο ή και τρία χέρια πολλές φορές, να τα καθαρίσει από τα ζιζάνια και να τα ποτίζει ανά τακτικά διαστήματα, μένοντας μερόνυχτα ολόκληρα με το πόδι στο νερό. Κι ερχόταν το καλοκαίρι, η ώρα της συγκομιδής των δημητριακών, που κάτω από το λιοπύρι έπρεπε να μαζέψει στάχυ στάχυ τον κόπο του στ’ αλώνι,, κι από κει, μετά τ’ αλώνισμα, να τον αποθηκεύσει για να ζήσουν άνθρωποι και ζωντανά. Μετά την συγκομιδή των πρώιμων, έρχεται η συγκομιδή των οψίμων, ο τρύγος, τα πατητήρια, δουλειές εξ ίσου δύσκολες και κοπιαστικές. Ο ίδιος χωρικός σαν τσοπάνης, έπρεπε να φροντίζει τα ζώα του, γιατί από αυτά ζούσε. Έτσι έπρεπε να τους εξασφαλίσει τροφή , νερό και ζέστη για τους κρύους μήνες του χειμώνα, καθώς και φροντίδα στη γέννα και τον θηλασμό των μικρών. Όταν θα ’ρχόταν η ώρα ο ίδιος πάλι θα άρμεγε το γάλα για να το κάνει τυρί, μυζήθρα, να βγάλει το βούτυρο και μόνος θα κούρευε το μαλλί τους, για να φτιάξει ζεστές κουβέρτες. Ο ίδιος πάλι χωρικός, σαν οικογενειάρχης, θα έπρεπε να επισκευάσει τη στέγη του σπιτιού του, να χτίσει ένα μαντρότοιχο, να φτιάξει ένα τραπέζι ή μια πόρτα, να συγκεντρώσει ξύλα για τον χειμώνα…Ένας αγώνας δίχως τέλος ετούτη η ζωή. Η γυναίκα από την πλευρά της, πέρα από τούτες τις δουλειές στις οποίες συμμετέχει εξ ίσου δίπλα στον άνδρα, θα έπρεπε να προλάβει να φροντίζει τα παιδιά, να πλύνει, να μαγειρέψει, να μπαλώσει, να ψήσει το ψωμί, να συγυρίσει το σπίτι. Κι όταν το βράδυ κατάκοπη μαζευόταν στο σπίτι- ο άνδρας πήγαινε στο καφενείο-εκείνη θα έπρεπε να υφαίνει στον αργαλειό, να γνέθει το μαλλί, να προετοιμάζει τα παιδιά για το σχολείο… Όλες τις δουλειές τις έκαναν οι ίδιοι άνθρωποι και όλοι, ανεξαρτήτως φύλλου και ηλικίας. Μόλις που’ παίρνε να χαράζει η μέρα, στης αυγής το αχνό σύθαμπο κίναγαν για την δουλειά και δεν υπήρχε ωράριο εργασίας. Το μεροδούλι ήταν ήλιο με ήλιο, δηλαδή από την ανατολή μέχρι τη δύση του. Εθιμολογία στον κύκλο ζωής του ανθρώπου Όπως για όλους τους ανθρώπους έτσι και για τους Ρεντινιώτες, σημαντικά γεγονότα (χρονοσταθμοί) στην ζωή τους είναι: η γέννηση, η βάπτιση, το πάντρεμα και ο θάνατος και η κηδεία. Τα γεννητούρια Σε όλα σχεδόν τα ζευγάρια ο ερχομός ιδίως του πρώτου παιδιού συνοδεύεται ανέκαθεν και από μια σημαντική αλλαγή. Στον δύσκολο δρόμο της ζωής, έπρεπε ο άνδρας να βρει δυνάμεις για να μπορέσει να υποστηρίξει την οικογένεια του τόσο οικονομικά όσο και συναισθη-ματικά. Η δε γυναίκα του χρειαζόταν πολύ περισσότερο τη βοήθεια του τώρα που αυτή βίωνε τις απαιτητικές εμπειρίες της εγκυμοσύνης, του τοκετού και της φροντίδας του νεογέννητου παιδιού της. Ξαφνικά ο άνδρας ένιωθε ότι δεν είναι πλέον μέρος της νεώτερης γενεάς. Γινόταν γονιός, το νεογέννητο παιδί του αντιπροσώπευε κατά κάποιον τρόπο τον αντικαταστάτη του Η δε γυναίκα από την εγκυμοσύνη της, ακόμη έπρεπε να είναι προσεκτική στο κάθε τι. Αυτό βέβαια ήταν αρκετά δύσκολο μιας και οι δουλείες του σπιτικού, ήταν πάρα πολλές και τις περισσότερες από αυτές έπρεπε να τις κάνει η ίδια. Δεν έλειπαν βέβαια και οι φορές που έπρεπε να πάνε στα χωράφια, όπου μερικές μάλιστα γεννούσαν εκεί. Οι συμβουλές για τη έγκυο γυναίκα δινόταν από την μαμή, η οποία ήταν και η υπεύθυνη της «γέννας». Μετά τα γεννητούρια και εφόσον όλα πήγαιναν καλά, οι οικογένεια δώριζε στην μαμή ένα σαπούνι, ένα ψωμί και χρήματα. Αυτή παρακολουθούσε την λεχώνα, για οκτώ μέρες, η οποία βέβαια δεν έπρεπε να βγει έξω από το σπίτι για 40 ημέρες. Τα βαφτίσια Το μωρό βαφτιζόταν μέσα στις 40 ημέρες, αναδεξιμιά ήραν πάντα η ίδια στην οικογένεια και αυτό συνεχιζόταν από γενιά σε γενιά. Η νονά έπαιρνε το λαδοπάνι, την αλλαξιά, την φορεσιά και τις λαμπάδες. Το όνομα αποφασιζόταν από τους γονείς του πατέρα και μετά το μυστήριο της βάπτισις ακολουθούσε γλέντι Τα αρραβωνιάσματα και το πάντρεμα Στα πιο παλιά χρόνια, σχεδόν όλοι παντρευόταν με προξενιά, τα δε κορίτσια στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν είχαν δικαίωμα γνώμης στην επιλογή του γαμπρού. Μέχρι πριν λίγα χρόνια στο χωριό οι κοπέλες συνηθιζόταν να παντρεύονται σε μικρή σχετικά ηλικία. Αν κάποιος δεν είχε καπαρώσει κάποιο κορίτσι τότε πιάνανε δουλειά οι προξενητάδες, πού ήταν άνθρωποι υπομονετικοί, γλυκομίλητοι, πολυλογάδες, καταφερτζήδες και τις πιο πολλές φορές ψεύτες. Οι Ρεντινιώτες προτιμούσαν συνήθως να παντρεύουν τα παιδιά τους στο ίδιο το χωριό και να κάνουν πολλούς και γερούς συμπεθέρους, γιατί όσο πιο πολλούς και γερούς συγγενείς είχε κανένας, τόσο μεγαλύτερη υποστήριξη είχε τόσο στο χωριό και την ζωή. Επισφράγισμα της προξενιάς και όλων των ενεργειών και συμφωνιών των ενδιαφερομένων ήταν τ’ αρραβωνιάσματα. Το πρώτο στάδιο των αρραβώνων και η αρχή του συγγενικού δεσμού ήταν το αντάλλαγμα των δαχτυλιδιών, που μ’ αυτά επισημοποιούσαν τη συμφωνία πού ως τότε κρατούσαν μυστική (λογοδέσιμο). Τα δαχτυλίδια τ’ άλλαζαν συνήθως το βράδυ του Σαββάτο, για να έχουν, μπροστά τους την Κυριακή που θα πήγαιναν να τους συγχαρούν για τα «χαϊρλίδικα». Όταν τελείωναν τ’ αρραβωνιάσματα άρχιζαν οι προετοιμασίας για την «χαρά» του γάμου. Ο γάμος κρατούσε μια εβδομάδα και γινόταν συνήθως τους μήνες Ιανουάριο ή Φεβρουάριο, τότε που ο κόσμος δεν είχε πολλές δουλειές. Ο θάνατος και η κηδεία Ο θάνατος, ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της φύσης, ήταν φυσικό ν’ αποτελέσει ένα από τα κεντρικά αντικείμενα της θρησκευτι- κής σκέψης και του λαϊκού στοχασμού. Η ιδέα του θανάτου σε όλη την διάρκεια της ανθρώπινης πορείας ταλαιπωρεί τον άνθρωπο που την βιώνει σαν το τέρμα της ύπαρξης του. Γι’ αυτό από την αρχαία εποχή φιλοσοφικές ή θρησκευτικές θέσεις προσπάθησαν να ηρεμήσουν την ανθρώπινη ψυχή από την αγωνία του θανάτου. Παράλληλα στον λαό επικρατεί πλούσια εθιμολογία που χαρακτη-ρίζεται τόσο από σεβασμό προς τον νεκρό και την μνήμη του, όσο και τη σκέψη ν’ αποτραπεί ή να εξουδετερωθεί οποιοδήποτε κακό που θα μπορούσε να προέλθει από τον θάνατο ενός οικείου προσώπου. Η στάση του Ρεντινιώτη απέναντι στον θάνατο είναι πολύ φιλοσοφημένη, την βιώνει ως ένα αναπόφευκτο φαινόμενο που πρέπει ν’ αντιμετωπισθεί με αξιοπρέπεια. Οι ηλικιωμένες γυναίκες αλλά και οι ετοιμόγεννες ακόμη, που ξέρουν ότι ο τοκετός μπορεί να βάλει σε κίνδυνο της ζωής τους, ετοίμαζαν μόνες τους ένα σάκο με τα ρούχα που θα τους φορέσουν όταν πεθάνουν. Την νεκραλαξιά των ανδρών την ετοίμαζαν οι γυναίκες, όταν έφτανα εκείνοι σε ηλικία 50-60 χρονών. Την φορεσιά αυτή την έραβαν χωρίς να κάνουν κόμπο στο νήμα του βελονιού, για να βγει η ψυχή χωρίς δυσκολία και να πάει στον παράδεισο, έβαζαν δε κι’ ένα κομμάτι κερί και σπάγκο από εννιά κλώνους, για να μην έρθει στο σπιτικό ξανά ο Χάρος. Στην Ρεντινιώτικη κοινωνία το πένθος, που κρατάει από τρία έως πέντε χρόνια, εκφράζεται με το μαύρο χρώμα. Οι γυναίκες φορούν μαύρα ρούχα, αλλά και οι άντρες μαύρα πουκάμισα ή μαύρο περιβρα-χιόνιο και δεν ξυρίζονται. Ο θάνατος εκφράζεται ακόμη με αποχή από χαρές, αλλά και τις κοινωνικές εκδηλώσεις. Ο επικείμενος θάνατος μαντεύετε από διάφορα σημεία, όπως όνειρα, φωνές ζώων (ούρλιασμα σκύλου την νύχτα) και ιδιαίτερα από κραυγή πουλιών, (όπως κραυγή νεκροπουλιού-κουκουβάγιας ή παρά-ξενη κραυγή κόκορα). Όταν ο ετοιμοθάνατος προσηλώνει επίμονα το βλέμμα του σ’ ένα σημείο, τότε λένε ότι βλέπει τον άγγελο που έρχεται να πάρει την ψυχή του. Γι’ αυτό στην διάρκεια του ψυχορραγήματος δεν επιτρέ-πονται θρήνοι και φωνές, γιατί εμποδίζουν τον άγγελο στην εκτέλεση της αποστολής του. Όταν επέλθει ο θάνατος πρώτιστο μεταθανάτιο μέλημα είναι να κλείσει ένας αγαπημένος οικείος τα μάτια του πεθαμένου, όπως και το στόμα του. Η πράξη αυτή θεωρείται ιερότατη από τους πρώτους ιστορικούς χρόνους. Μαζί με την είδηση του θανάτου, τα συγγενικά πρόσωπα εγκαταλείπουν κάθε δραστηριότητα και απασχόληση και σπεύδουν στο σπίτι του νεκρού. Κύριο ρόλο στην προετοιμασία και φροντίδα του νεκρού παίζουν οι γυναίκες, κυρίως οι ηλικιωμένες, ίσως γιατί οι γυναίκες που φέρνουν στον κόσμο ανθρώπους νιώθουν περισσότερο τι μυστήριο της ζωής, επομένως βιώνουν εντονότερα και το μυστήριο του θανάτου. Η φροντίδα του νεκρού περιλαμβάνει λούσιμο με νερό και κρασί, το σαβάνωμα, το δέσιμο του σαγονιού, των χεριών και των ποδιών με ταινίες και το ντύσιμο. Οι άγαμοι ντύνονται με φορεσιά και η κηδεία τους παίρνει τη μορφή γάμου. Στα χέρια ή στα ρούχα του νεκρού τοποθετούν ένα νόμισμα, για να πληρώσει τα ναύλα του που πηγαίνει στον Κάτω κόσμο. Μετά από τις ετοιμασίες αυτές ο νεκρός τοποθετείτε πάνω σε άσπρη βελέντζα ή σεντόνι, στη μέση του δωματίου με το πρόσωπο του στραμμένο στην Ανατολή. Προς το μέρος της κεφαλής και των ποδιών του ανάβουν μια λαμπάδα, ενώ δίπλα στο σώμα του νεκρού τοποθετούνται διάφορα αγαπημένα προσωπικά του αντικείμενα. Κοντά στον νεκρό βρίσκονται συγγενείς και φίλοι, που «ξενυχτούν» τον νεκρό. Οι γυναίκες προσέχουν επίσης, να μην μπει γάτα ή σκύλος στο σπίτι ή να μην περάσει γάτα πάνω από τον νεκρό, για να μην γίνει ο νεκρός βρικόλακας. Στο ξενύχτισμα του νεκρού προσφέρεται πικρός καφές, για να μην γλυκαθεί ο Χάρος και ξανάρθει και χτυπήσει κάποιον άλλο. Την ώρα πού παίρνουν τον νεκρό για την κηδεία σπάζουν ποτήρι ή πιάτο για να εξαφανίσουν το νεκρικό μίσεμα και τότε αρχίζει το ξε-προβόδισμα για την τελευταία περιοδεία στην Ρεντίνα, ενώ η καμπάνα χτυπά αργή κι ανάερη, παραπονεμένα και λυπητερά τον απόστερνο χαιρετισμό. Σε αυτή την μικρή συνοδεία βλέπεις σε τούτο το μακρύ γαϊτάνι τους ήσυχους και θλιμμένους Ρεντινιώτες, που ξέρει ο ένας τον άλλο σαν αδελφό και που πονά τον νεκρό και τον αποχωρίζεται σε τούτη την αποφράδα ώρα με σφιγμένη την καρδιά. Δεν λείπει κανένας από το ξόδι, κι ας κηδεύεται ο πιο ταπεινός του χωριού, γιατί δουλειές και νιτερέσια δεν πέτρωσαν την καρδιά κανενός και χρέος μεγαλύτερο και πιο βιαστικό δεν υπάρχει γι’ αυτούς, παρά ν’ αποχαιρετίσουν το κλωνάρι του χωριού πού μαράθηκε μπρος στα μάτια τους. Μπορείς κιόλας να πεις πως αυτή η σεμνόπρεπη συνοδεία, με τους συγχωριανούς που σιγοπερπατούν πίσω από τα ξαπτέρηγα, πήρε με τον καιρό για τους Ρεντινιώτες μια κρυφή σημασία που λέει πολλά. Είναι μια δημόσια τελετή που μονάχα αυτή ταιριάζει στον τόπο τους. Η πίκρα τούτη κι η άφωνη θλίψη άνοιξαν σιγά σιγά το μεράκι της καρδιάς για κάθε όμορφο, για κάθε απλό και ταπεινό στον δια-βατάρικο τούτο κόσμο. Η ταφή γίνεται πριν την δύση του ήλιου και παίρνει ευρύτατη κοινωνική σημασία, με την ηθική συμπαράσταση στην οικογένεια του νεκρού. Πριν ενταφιάσουν τον νεκρό, ο παπάς λύνει τα χέρια και τα πόδια του, για να μπορεί να κινείται η ψυχή του ελεύθερα στον Κάτω Κόσμο. Πάνω στο σώμα του νεκρού χύνουν σταυροειδώς κρασί ή λάδι και σπάζουν το κανάτι που το περιέχει. Όλοι οι παρευρισκόμενοι ρίχνουν λίγο χώμα πάνω του με την ευχή «θεός σχορέστον» και ποτίζουν με το κλάμα τους το χώμα που σκέπασε τον πεθαμένο. Σαν τελειώσουν όλα αυτά παίρνει πάλι ο κόσμος σε πομπή τον δρόμο του γυρισμού. Ένας ακόμη χωριανός έχει πεθάνει κι έχει ταφεί. Έσβησε κι η τελευταία ψαλμωδία στο κοιμητήρι πια ξεχύνεται ησυχία και η γαλήνη της αιωνιότητας σε αγγίζει ανάλαφρα με τα φτερά της και βλέπεις ήρεμα τάφους που είναι αραδιασμένοι με τάξη. Γύρω στα μνήματα πάνω στα δέντρα ακούγονται τιτιβίσματα και κελαηδίσματα πουλιών. Το λάλημα τους παρηγοριά στην ψυχή, φτάνει να βρισκόταν ψυχή να τ’ ακούσει.
Αφιέρωμα στην μάνα 
Η μάνα που μας γέννησε θεωρείται ιερό πρόσωπο και ανεπανάληπτη μορφή, η αγάπη της αφάνταστα μεγάλη εκδηλώνεται χωρίς όρια και όρους. Αποτελεί γεγονός αναμφισβήτητο ότι μέσα στη ζωή μας σε χαρά ή λύπη η μάνα μας είναι το πρόσωπο, που στέκεται πάντα δίπλα μας, με άδολη, ακατάλυτη αγάπη και στοργή. Σε κάθε βήμα μας την θυμόμαστε και στον αναστεναγμό μας το όνομα της με νοσταλγία ή με πόνο προφέρουμε με σεβασμό, «αχ μα-νούλα μου» λέμε και γεμίζει το στόμα μας από την γλυκιά αυτή λέξη. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πόσα τής χρωστάμε με πρώτο και κύριο, ό,τι πολυτιμότερο έχουμε την ίδια τη ζωή μας. Μάνα κράζει ο καθένας οπουδήποτε και αν ζει και ποτέ του δεν αρνιέται της μητέρας την ευχή. Δοξαστικό στην Ρεντινιώτισα μάνα των βουνών μας είναι αυτό το μικρό αφιέρωμα. Η καλόψυχη μάνα μου, ήταν σεμνή και αγαθή όπως όλες οι γυναίκες του καιρού της, πέρασε μαζί με τον πατέρα μου όλες της πίκρες κι όλες τις δυσκολίες της ζωής. Πάντα είναι χαραγμένη στην μνήμη μου τα λόγια, ευχή και κατάρα, η συμβουλή από καρδιά κι από ψυχή της Κατσαντωνοπούλας αλησμόνητης μάνας μου, «παιδί μου, όλοι πρόκοψαν, μην μείνεις τελευταίος, πάντα να ’σαι ορθός και πάντα να ’σαι ωραίος, να βλέπεις παιδί μου πάντα εμπρός, το χθες μην σε πικραίνει και την ζωή σου ο καιρός με άνθη να την ραίνει». 
Η Αγροτική ζωή
Κοντά στον Θεό ζούσανε πάντα οι Ρεντινιώτες, ψηλά ανάμεσα σε κατάφυτα βουνά και ξαγνάντευαν μέρος, από τον καρπερό Θεσσαλικό κάμπο. Τα περασμένα χρόνια αλλά ακόμη και σήμερα ο χωρικός στόχευε στην αυτάρκεια αγροτικών προϊόντων. Οι Ρεντινιώτες άνθρωποι της χαμοζωής, φτωχονυκοκύρηδες προσπαθούσαν, να έχουν στα πιθάρια και τα αμπάρια τους δημητριακά (σιτάρι, καλαμπόκι) για δύο χρόνια, μήπως η μια χρονιά δεν πάει καθόλου καλά και επίσης στο παγκάρι κάποιο πλεόνασμα οσπρίων, για ώρες ανάγκης (φασόλια, φακές). Η μεγαλύτερη καλλιέργεια στα ορεινά χωριά ήταν το καλαμπόκι, με τούτο ζούσε ο κόσμος τότε. Μπομπότα, ζυμαρότητα, κατσαμάκι και άλλα υποπροϊόντα. Ακόμη ραγδαία στο παρελθόν αναπτύχθηκε η κτηνοτροφία σε ποιμενική μορφή, όπου χιλιάδες κοπάδια αιγοπρόβατα, βόδια και αγελάδες, διέσχιζαν όλες τις περιοχές παράλληλα, αλλά ακόμη και σήμε-ρα διατηρείται η οικόσιτη μορφή κτηνοτροφίας με τα μανάρια στο σπίτι. Επίσης το μεταφορικό της εποχής, τα υπομονετικά γιαϊδουράκια εξυπηρετούσαν την φαμελιά στις μικροαγροτικές απασχολήσεις. Αλλά στην Ρεντίνα σχεδόν ούτε από αυτά σήμερα υπάρχουν!
Ο θερισμός και το αλώνισμα 
Ο θερισμός γινόταν με χειρωνακτικό τρόπο, κύριο δε εργαλείο για τον θερισμό ήταν το δρεπάνι. Τα θερισμένα στάχυα δενόταν σε «χειρόβολα», στη συνέχεια δενόταν σε δεμάτια και μεταφερόταν στα αλώνια, που ήταν συνήθως ακαλλιέργητες μικρές εκτάσεις, με πατημένο (παλαμισμένο) χώμα. Τα πετράλωνα ήταν κυκλικές εκτάσεις, στρωμένες με καλά αρμοσμένες πέτρες και γύρω τους όρθιες πλακερές πέτρες, που σχημάτιζαν το όριο του αλωνιού. Το αλώνισμα γινόταν τον Ιούλη (Αλωνάρη). Απλωνόταν πάνω στο αλώνι τα δεμάτια και σκορπιζόταν τα χειρόβολα σ’ όλο τον χώρο του αλωνιού. Στο κέντρο του βρισκόταν ο «στροερός», ένα χοντρό και γερό ξύλο, όπου πάνω του δενόταν η τριχιά που κρατούσε τα ζώα όταν γυρνούσαν πάνω στ’ αλώνι. Συνήθως χρησιμοποιούσαν άλογα ή μουλάρια, τα οποία τα δένανε το ένα δίπλα στ’ άλλο με «λαιμαργίες», ώστε εύκολα να γυρίζουν γύρω στο στύλο μαζί. Ο αλωνιάρης κάπου κάπου τα μαστίγωνε, σιγά βέβαια, φώναζε δε συγχρόνως, για να φοβούνται κι αυτά γύριζαν τρέχοντας. Η κίνηση των ζώων γινόταν και προς τις δύο κατευθύνσεις. Το σχοινί του στροερού μαζεύονταν πάνω του, ενώ τα ζώα τρέχανε και πατούσαν τα χειρόβολα σ’ όλο τ’ αλώνι απ’ έξω προς τα μέσα. Ύστερα άλλαζε το ζώο που ήταν απ’ έξω, ερχόταν μέσα και το σχοινί άπλωνε. Το αλώνισμα συνεχιζόταν μέχρις ότου, τα χειρόβολα γίνουν άχυρο και φυσικά να βγει ο καρπός από τα στάχυα. Ύστερα γινόταν το «λίχνισμα». Με τα «δίκρανα» και τα «δικούλια» πετούσαν ψηλά στον αέρα τ’ άχυρο, για να διαχωριστεί από τον καρπό, χρησιμοποιούσαν ακόμη «ξυλόφτιαρο» και φυσικά το «δριμόνι» για σταροκοσκίνισμα του καρπού. Μετά την επίπονη εργασία του αλωνισμού, ο καθαρός πλέον καρπός μεταφερόταν στο σπίτι και αποθηκευόταν στο αμπάρι, καθώς και το άχυρο μέσα σε «βρυζώνια» που χρησίμευε για τροφή των ζώων τον χειμώνα. Ο αλωνισμός γινόταν με άλογα, άλλοι αλώνιζαν με μουλάρι, άλλοι με τα βόδια και καμιά πολύ καταραμένη φτώχια με το γαϊδούρι.
 Ποιμενικά του βουνού και της στάνης 
 Στην Ρεντίνα όλες σχεδόν οι φαμελιές έχουν και από δυο γίδια στο κατώι τους, μόνο για να καλύπτουν τις ανάγκες τους σε γάλα. Γιδοβίτσα και κοπάδια δεν υπάρχουν πια, ούτε ακούγονται κυπριά, κουδούνια και βελάσματα και η φλογέρα του τσοπάνη βουβάθηκε για πάντα. Πριν όμως λίγα χρόνια βοσκούσαν χιλιάδες γίδια, πρόβατα, γελάδια, μουλάρια, γαϊδούρια και άλογα. Αχολογούσαν οι ρεματιές από τα κουδούνια και τα κυπριά χαρμόσυνο κουδούνισμα. Εκτός από τα ντόπια τσελιγκάτα και ξένα κοπάδια από νομάδες κτηνοτρόφους- οι βλάχοι-, φτάνανε στην Ρεντίνα για ξεκαλοκαίριασμα. Άλλοτε πάνω κοντά στο Ματσόνι στάλιζαν τα Σκαρμετζέϊκα γελάδια, οι μικρές δαμάλες «σαβούλα» και «καράντζω» παίζανε μεταξύ τους και ο μικρός «ζουμπέρης» τραβούσε ζωή από τα μαστάρια της μάνας του της «τρυγόνας». Ακόμη πιο πάνω τα «βλαχοκονάκια», τόπος θερινής κατοικίας των τσοπάνηδων, που ξεκινούσαν με τα κοπάδια τους, περίπου του Αγίου Γεωργίου, μόλις έλιωναν τα χιόνια άφηναν τον κάμπο και ανέβαιναν στο βουνό. Τα μεγάλα «βλάχικα» κονάκια όμως είχαν συστηματοποιήσει τη δουλεία τους και ζούσαν το δικό τους ποιμενικό κόσμο, με τις ομορφιές του. Από τις τσοπάνικες βλάχικες οικογένειες ήταν οι Κατσιουλαίοι με τα άσπρα μπουραζάνια (παντελόνια), οι Λαρσαίοι, οι Δρακαίοι και οι Ντουράκαιοι ζούσαν έξω από το χωριό και είχαν τα κονάκια τους πάνω στη ράχη στο Ζαχαράκι. Τα ζώα είχαν στο λαιμό τους «τσουκάνα» για να ακούγονται, έπιναν νερό μέσα σε σκαμμένα ξύλα «τα κανάλια». Η θερινή διαμονή τους ήταν «η στρούγκα», ένας μεγάλος κύκλος πλεγμένος με κλάρες και δυο πέτρες να κάθεται «ο αρμεχτής», να αρμέγει το γάλα μέσα στις ξύλινες «καρδάρες». Τον χειμώνα τα ζώα μπαίνανε στο μαντρί που είναι ζεστό και καλοχτισμένο. Οι ηλικίες των ζώων έχουν τις εξής ονομασίες: τα μικρά των προβάτων λέγονται «ζυγούρια» των γιδιών δε «βιτούλια» και τα δίχρονα «μπλιόρια». 
Η παλιά καθημερινότητα και η διατροφή
Τέτοια ήταν η ζωή, τα σωτήρια εκείνα χρόνια, οι περισσότεροι Ρεντινιώτες παλιά ασχολιόταν με την βόσκηση των ζώων τους, έτρεφαν κυρίως γίδια, πρόβατα λίγα βοοειδή, χοίρους και όρνιθες, που τους έδιναν δέρματα, μαλλιά, γούνες και κάρπες (μάλλινα σκεπάσματα). Παράλληλα άρχισαν να αναπτύσσουν την γεωργία για να γεμίσουν το «παγκάρι» καλλιεργώντας κυρίως σιτάρι, καλαμπόκι, κριθάρι, σίκαλη και από όσπρια φασόλια «το κρέας των φτωχών», ρεβίθια, φακές και πατάτες, από κηπευτικά δε καλλιεργούσαν λαχανικά, κρεμμύδια, σκόρδα, πράσα, κολοκύθια και ντομάτες. Από τα βασικά φαγητά στην διατροφή ήταν τα χοιρινά και τα παράγωγα τους κρέας με λίπος, τσιγαρίθρες, λουκάνικα και παστό χοιρινού. Οι δε πίτες και το σταρένιο ψωμί ή η μπομπότα κράταγαν την πείνα. Η ζυμαρόπιτα (από καλαμπόκι) η κολοκυθόπιτα, η τυρόπιτα, η λαχανόπιτα, το πλιγούρι, ο τραχανάς και οι χυλοπίτες τρώγονται ως βασικό φαγητό και σήμερα. Από τα κτηνοτροφικά προϊόντα το τυρί συνόδευε την βασική διατροφή, το γάλα και τα παράγωγα του γιαούρτι ξυνοτύρι και ξινόγαλο. Έτρωγαν επίσης αυγά και πουλερικά λίγες φορές την βδομάδα και το πολύ μια δυο φορές το μήνα κρέας. Όλα αυτά τα συνόδευαν με κρασί και τσίπουρο. 
Οι Αγωγιάτες παλιά 
Σε όλη τη διαδρομή της ιστορίας της, μέχρι που το αυτοκίνητο έφτασε στην Ρεντίνα, οι κάτοικοι κουβαλούσαν τις προμήθειές τους, από τα κοντινά αστικά κέντρα με τα ανθεκτικά μουλάρια που μπορούσαν να βαδίζουν με σιγουριά στις κακοτοπιές. Αγωγιάτες λεγόταν οι συντοπίτες χωρικοί που με δικό τους ή ξένο ζώο, μετέφεραν τα εμπορεύματα των βουνίσιων εμπόρων από τα αστικά κέντρα προς τα ορεινά χωριά. Οι βουνίσιοι δρόμοι κλείνουν τον χειμώνα, από τα πολλά χιόνια ή κόβονται από τις συχνές πλημμύρες και οι αγωγιάτες πάντα πρόθυμοι και πάντα ακούραστοι, κατέβαιναν ως την πόλη για να φέρουν τροφές στους συγχωριανούς τους και κέρδη στους εμπόρους. Οι αγωγιάτες ή κυρατζήδες, ήταν ένα μεγάλο και επικερδές επάγγελμα, ταξίδευαν αρκετές μέρες πολλοί μαζί (καραβάνια) και διανυκτέρευαν σε πανδοχεία, χάνια, με στάβλους και με άλλες ευκολίες σχετικές με τις ανάγκες της εποχής. Ανάμεσα στον χωριάτη έμπορο και τον αγωγιάτη γινόταν κάποια σιωπηρή, όμως επίσημη συμφωνία. Ο έμπορος είχε σαν βασική υποχρέωση να πληρώσει το καθορισμένο αγώγι στον αγωγιάτη, ο δε δεύτερος αναλάμβανε την μεταφορά από τον έμπορο της πόλης και φρόντιζε να μην πάθει τίποτα το εμπόρευμα μέχρι να φτάσει στον προορισμό του. Λέγοντας αγώγι εννοούμε δύο πράγματα, το φορτίο και την αμοιβή και η αμοιβή του αγωγιάτη είναι το αγώγι του.